Η ΕΛΠΙΔΑ του Βασίλη Καρατζόγλου. Σειρά μικρών ανέκδοτων διηγημάτων του Βασίλη Καρατζόγλου.

405 Views
Η ΕΛΠΙΔΑ του Βασίλη Καρατζόγλου. Σειρά μικρών ανέκδοτων διηγημάτων του Βασίλη Καρατζόγλου. Η ΕΛΠΙΔΑ του Βασίλη Καρατζόγλου. Σειρά μικρών ανέκδοτων διηγημάτων του Βασίλη Καρατζόγλου.

Η ΕΛΠΙΔΑ του Βασίλη Καρατζόγλου. Σειρά μικρών ανέκδοτων διηγημάτων του Βασίλη Καρατζόγλου.

[4 από 4]
 
Το τελευταίο καιρό τα πράγματα ήρθαν άνω κάτω στην ζωή του. Χωρίς δουλειά, χωρίς κοπέλα και χωρίς όνειρα. Δεν μπορεί κάποια ελπίδα θα υπάρχει και για αυτόν. Υπάρχει μία. Είναι μια γυναίκα που συναντιέται το τελευταίο δίμηνο σε ένα ξενοδοχείο στο Μεταξουργείο. Εδώ και δύο μήνες γίνεται το ίδιο πράγμα. Συναντιούνται, κάνουν σεξ και μετά χωρίζουν. Δεν θέλουν πολλά-πολλά. Έτσι ήταν η συμφωνία εξ αρχής. Για αυτό έβαλε την αγγελία. Ούτε κεράσματα, ούτε δώρα, ούτε φρου-φρου και αρώματα!
Αυτό θα κάνει και σήμερα. Είναι ήδη 8, και στις 8.30 πρέπει να είναι στο Μεταξουργείο. Φοράει τα ρούχα του, παίρνει το κράνος και ανεβαίνει στην μηχανή. Στον δρόμο σκέφτεται ότι δεν ξέρει πολλά για την ζωή της. Ή μάλλον δεν ξέρει τίποτα. Μόνο το όνομα της. Ελπίδα. Θυμάται που όταν συναντηθήκανε για πρώτη φορά, ήταν και οι δυο τους αμήχανοι. Δώσανε τα χέρια και μετά καθίσανε σε ένα απόμερο καφέ για να μιλήσουνε.
«Ξέρεις είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο» ψέλλισε εκείνη.
«Α, ναι και εγώ μην νομίζεις ότι το συνηθίζω. Μόνο εσένα ήθελα να δω και να γνωριστούμε. Μου έβγαλες κάτι ωραίο».
«Εεεεε, ναι και εσύ».
«Αντρέας».
«Ελπίδα».
«Χάρηκα».
«Και εγώ».
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Έτσι περάσανε δύο μήνες, τηρώντας την αρχική τους συμφωνία. Οι συναντήσεις τους ήταν το κοινό τους μυστικό .
Έφτασε. Να βρει να παρκάρει την μηχανή του. Ευτυχώς βρήκε. Δεν ήρθε ακόμα. Περίεργο. Συνήθως δεν αργεί. Δεν πειράζει. Ας μην σκέφτεται αρνητικά. Άνθρωπος είναι. Κάτι θα της έτυχε. Την παίρνει τηλέφωνο για να δει που είναι. Αν είναι καλά. Αλλά μάταια. Μια φωνή τον ενημερώνει ότι η «Η κλήση σας προωθείται». Ξαναπροσπαθεί. Τζίφος. Περνάει μισή ώρα και εκείνη πουθενά. Φεύγει για το σπίτι . Όλο το βράδυ αναρωτιέται τι μπορεί να έχει συμβεί. Τι είναι αυτό που την οδήγησε να διακόψει τόσο απότομα την σχέση τους. Ξαπλώνει στον καναπέ και σκέφτεται όλα τα πιθανά σενάρια.
«Ξενέρωσε. Αυτό είναι όλο. Τι κάθομαι και ψάχνω. Το πράγμα μιλάει από μόνο του. Ήρθε, κάναμε ότι κάναμε, και μετά εξαφανίστηκε. Αλλά τι να περιμένεις από μία γυναίκα που την γνωρίζεις σε ένα σάιτ γνωριμιών. Ώρες-ώρες κάνω και εγώ κάτι βλακείες» σκέφτεται . Προσπαθεί να την ξεχάσει αλλά μάταια. Η εικόνα της, έρχεται συνέχεια στο μυαλό του.
Την άλλη μέρα αποφασίζει να της στείλει μήνυμα. «Ελπίζω να είσαι καλά. Αν θέλεις να τα ξαναπούμε έλα να με βρεις στο γνωστό σημείο, το Σάββατο στις 7μ.μ». Το μήνυμα εστάλη. Φτάνει το Σάββατο και αυτός είναι εκεί στο γνωστό σημείο να την περιμένει. Πίνει τον καφέ του και κοιτάει συνέχεια το ρολόι του. Η ώρα περνάει αργά και βασανιστικά. 7.05,7.10,7.15, 7.20. Δεν φαίνεται πουθενά. Κάνει να φύγει και ξαφνικά την βλέπει απέναντι του. Στα χέρια της κρατάει ένα μωρό.
«Καλησπέρα».
«Καλησπέρα Ελπίδα».
«Θέλεις ακόμα να με δεις;».
«Ναι, βέβαια».
«Συγνώμη που δεν μπόρεσα να έρθω τις προηγούμενες φορές».
«Ναι, δεν πειράζει απλά με ενόχλησε που χάθηκες έτσι ξαφνικά».
«Έχεις δίκαιο. Για αυτό ήρθα. Για να σου εξηγήσω. Σου το χρώσταγα».
«Καλά έκανες . Έλα κάτσε, μην στέκεσαι όρθια».
Κοιτάει το μωρό και μέσα του φτιάχνει διάφορα σενάρια. Έχει μεγάλη περιέργεια να μάθει αν είναι δικό της το παιδί. Σκέφτεται ότι είναι παντρεμένη και ότι θα του πει να διακόψουν. Ναι, αλλά γιατί έφερε και το μωρό μαζί. Του φαίνεται περίεργο.
«Σκέφτεσαι τι κάνω εδώ με ένα παιδί στην αγκαλιά;».
«Δεν σου κρύβω ότι είμαι περίεργος να μάθω».
«Θα σου πω όλη την αλήθεια».
«Περιμένω με ανυπομονησία να ακούσω»της λέει και την βοηθάει να βάλει το μωρό στο καρότσι.
Εκείνη παραγγέλνει έναν ελληνικό καφέ και  αρχίζει να του εξηγεί.
«Το παιδί Αντρέα είναι δικό μου. Το απέκτησα με τον πρώην σύζυγο μου. Απλά αυτός αποφάσισε μια μέρα να φύγει για μπίζνες στο εξωτερικό. Είπε ότι θα πήγαινε δοκιμαστικά και ότι θα ξαναγύρναγε. Έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ευθαρσώς: «Ελπίδα, δεν θα ξαναγυρίσω στην Ελλάδα. Θα μείνω στο Βερολίνο για πάντα. Ελπίζω να με συγχωρέσεις». Τώρα θα μου πεις γιατί έφερα το παιδί μαζί μου. Γιατί η αδερφή μου που το πρόσεχε- όσο δούλευα ή βγαίναμε ραντεβού-,έφυγε και πήγε πίσω στο χωριό για πάντα, και αυτή την στιγμή δεν έχω που να το αφήσω . Για αυτό δεν ήρθα στα ραντεβού. Τώρα, θα μου πεις γιατί έκανα κάτι τέτοιο μαζί σου, ενώ έχω ένα παιδί. Γιατί απλά ήθελα μια φορά να κάνω κάτι χωρίς να σκεφτώ αν είναι σωστό η όχι».
Το μωρό σκάει ένα χαμόγελο στον Αντρέα. Αυτός  το χαϊδεύει  και σκέφτεται πως μπορεί να τους βοηθήσει.
«Ξέρω ότι σου φαίνεται λίγο περίεργο όλο αυτό. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν στην αρχική μας συμφωνία να ακούσεις όλα αυτά και να σου φέρω και ένα μωρό» του λέει η Ελπίδα με ένα χαμόγελο αμηχανίας.
Προσπαθεί να βρει κάτι να της πει. Ίσως κάποια λόγια παρηγοριάς με μπόλικες δόσεις θετικής σκέψης αλλά δεν του βγαίνει. Αν είχε δουλειά θα μπορούσε να τους βοηθήσει με κάποιον τρόπο. Αλλά τώρα του είναι δύσκολο.
«Ελπίδα δεν ξέρω τι να πω. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να ακούσω όλα αυτά που άκουσα. Πέρασες και περνάς μεγάλο ζόρι. Αν θέλεις  μπορώ……..».
Η κουβέντα τους διακόπτεται από το κλάμα του μωρού. Η Ελπίδα προσπαθεί να το ηρεμήσει αλλά αυτό δεν δείχνει να ηρεμεί. Εκείνος το πιάνει μαλακά,  το κουνάει, και το μωρό σταματάει το κλάμα.
«Αντρέα πρέπει να φύγω. Το μωρό πείνασε και πρέπει να πάω να το ταΐσω. Πριν φύγω θέλω να σου εκμυστηρευτώ κάτι».
«Ναι, πες μου. Είμαι όλος αυτιά».
«Δεν θέλω να συνεχίσουμε να βλεπόμαστε. Θέλω να σταματήσουμε εδώ».
«Ναι, κανένα πρόβλημα. Όπως νιώθεις. Να σου πω την αλήθεια, από την στιγμή που σε είδα με το μωρό στην αγκαλιά, σκέφτηκα και εγώ το ίδιο».
Του σκάει ένα φιλί και σηκώνεται όρθια.
«Πέρασα υπέροχα. Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να πω. Ξέρω ακούγεται κάπως χαζό, αλλά όντως πέρασα υπέροχα» του λέει και βάζει το μωρό στο καρότσι.
«Ναι, ήταν όμορφες οι στιγμές που ζήσαμε. Πραγματικά εύχομαι να πάνε όλα καλά στην ζωή σου», της λέει εκείνος. «Οπότε χρειαστείς κάτι μην διστάσεις να μου τηλεφωνήσεις».
«Ευχαριστώ. Θα το έχω στον νου μου».
Είναι αμήχανοι και οι δύο. Σαν την πρώτη μέρα που συναντήθηκαν. Θέλει να της πει ότι θέλει να την ξαναδεί. Ότι τώρα την γουστάρει ακόμα περισσότερο. Ότι δεν μπορεί να χαθούν έτσι απλά. Θέλει να της πει ότι είναι ερωτευμένος μαζί της αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Την βλέπει να φεύγει και σκέφτεται ότι σίγουρα κάπου θα συναντηθούνε. Κάπου θα ξαναβρεθούνε. Θα ζει μ’ αυτή την Ελπίδα.
ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΜΕΤΑ.
Πω, πω τον πήρε ο ύπνος. Πάλι θα αργήσει στη δουλειά. Πετάγεται και τρέχει κατευθείαν στο μπάνιο. Ρίχνει μπόλικο νερό στο πρόσωπο του. Προχθές συνάντησε πάλι μία άγνωστη για να κάνουν σεξ. Που θα πάει αυτό; Δεν θα πρέπει να φτιάξει κάποια στιγμή την ζωή του; Πόσο καιρό θα είναι μόνος; Δεν πρέπει να κάνει άλλες σκέψεις πρωϊνιάτικα . Πρέπει να κάνει γρήγορα. Έχει ήδη αργήσει. Είναι χαρούμενος που βρήκε αυτή τη δουλειά. Δεν είναι κάτι σπουδαίο, ένα κατάστημα παιχνιδιών είναι, αλλά δεν τον ενοχλεί. Αρκεί να πληρώνεται. Να νιώσει ότι κάνει κάτι στην ζωή του. Φτάνει έγκαιρα. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση. Καλημερίζει τους συναδέλφους του και πάει να φτιάξει καφέ. Χτυπάει το τηλέφωνο. Η Μαρία από το λογιστήριο είναι. Του λέει να ανέβει να πάρει ψιλά. Ανεβαίνει λίγο βαριεστημένα. Σκέφτεται ότι πρέπει να κόψει τα άσκοπα ξενύχτια. Άλλωστε τώρα δουλεύει και πρέπει να ξυπνάει νωρίς. «Πάρε πενήντα ευρώ σε ψιλά και περίμενε να πάρεις την νέα συνάδελφο σου για να την εκπαιδεύσεις» του λέει, και φωνάζει την κοπέλα να έρθει στο γραφείο της. Εκείνη μπαίνει στο γραφείο και η Μαρία τους συστήνει. «Ελπίδα από εδώ ο Αντώνης. Θα δουλεύεις μαζί του στο ισόγειο».
Κοιτιούνται σαστισμένοι και προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν αυτό που συμβαίνει.
Περνάνε δύο λεπτά χωρίς να πούνε κουβέντα.
«Χάρηκα Αντώνη» λέει η Ελπίδα και του δίνει το χέρι.
«Λοιπόν, Ελπίδα σε ξαναβρίσκω»ψιθυρίζει εκείνος και το πρόσωπο του λάμπει από χαρά.
«Γνωρίζεστε από κάπου;»ρωτά αμέσως η Μαρία.
«Όχι, όχι»απαντάνε και οι δύο με ένα χαμόγελο αμηχανίας.
Το ίδιο χαμόγελο που είχαν και τότε που πρωτογνωρίστηκαν.

.

...δείτε και τα προηγούμενα.

«ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ΦΡΑΟΥΛΑ»  [3 από 4]

"ΑΣΤΕΡΟΠΗ [2 από 4]

"ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ"  [1 απο 4]


-4 μικρά ανέκδοτα διηγήματα του Βασίλη Καρατζόγλου…

υγ. Ο Βασίλης Καρατζόγλου ζει και εργάζεται στην Αθήνα και μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων του αρθρογραφεί στην «Κ» ψυχαγωγώντας τους αναγνώστες της ανελλιπώς τα τελευταία δυο χρόνια στην μόνιμη επιτυχημένη στήλη του, εδώ

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Βασίλης Καρατζόγλου
Βασίλης Καρατζόγλου

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
«Οι μάρτυρες των Αθηνών» στο Θέατρο Σταθμός
«Οι μάρτυρες των Αθηνών» στο Θέατρο Σταθμός
343 Views

 Με κύριους άξονες την ατομικότητα και την ενσυναίσθηση οι «Μάρτυρες των Αθηνών» αφηγούνται την προσωπική και τη συλλογική ιστορία ενός ολόκληρου λαού, εβδομηνταπέντε χρόνια μετά την Απελευθέρωση της Αθήνας.

Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή