Με αδυναμίες και επιφυλάξεις «Το ψωμί της Νινευί» δεν «χορταίνει». Είδαμε στο θέατρο Αμαλία & Σχολιάζουμε.

479 Views
Με αδυναμίες και επιφυλάξεις «Το ψωμί της Νινευί» δεν «χορταίνει». Είδαμε στο θέατρο Αμαλία & Σχολιάζουμε. Με αδυναμίες και επιφυλάξεις «Το ψωμί της Νινευί» δεν «χορταίνει». Είδαμε στο θέατρο Αμαλία & Σχολιάζουμε.

Με αδυναμίες και επιφυλάξεις «Το ψωμί της Νινευί» δεν «χορταίνει». Είδαμε στο θέατρο Αμαλία & Σχολιάζουμε.

       Πρεμιέρα και κατάμεστο το θέατρο, μια «αντιθεατρική» ημέρα Πέμπτη. Μάλλον αναμενόμενο, όταν πρόκειται για δυο καταξιωμένους ηθοποιούς με εύσημα και μια παράσταση που τη συνοδεύει  καλή φήμη- βασισμένη σε ένα από τα καυτά σύγχρονα θέματα, σαν το προσφυγικό. Σοβαρές εγγυήσεις για μια ποιοτική δουλειά με ουσία, που προσδοκάς να απολαύσεις,  τόσο σε επίπεδο ερμηνειών όσο και περιεχομένου. Με τούτη τη θετική φόρτιση  προσήλθαμε να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Το ψωμί της Νινευί» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη στο θέατρο Αμαλία, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά και με πρωταγωνιστές την Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Σταύρο Ζαλμά.
 
       Το έργο πραγματεύεται τις τραγικές ιστορίες δύο Ιρακινών προσφύγων, της Νουρ και του Σαμίρ, που καταφεύγουν στη Δύση και συγκεκριμένα στη Γερμανία, ως τόπο οριστικής πλέον εγκατάστασης. Οι δυο τους συναντιούνται στην εκδήλωση μιας οργάνωσης με θέμα το «προσφυγικό ζήτημα», όπου καλούνται να καταθέσουν τις προσωπικές τους μαρτυρίες. Και τις καταθέτουν… αφηγούμενοι τρομακτικές σκηνές από τη βία του πολέμου, των σφαγών, των βιασμών, της  εξαθλίωσης στην πατρίδα, για να διαπιστώσουν με πόνο ψυχής ότι αθέλητα και με τον τρόπο του ο καθένας, υπήρξαν μέρος αυτής της αθλιότητας, είτε ενεργά είτε ως «θεατές», υπακούοντας απλά στο τυφλό, αδιαπραγμάτευτο ένστικτο της επιβίωσης. Μια σκληρή διαπίστωση με αφορμή την κοινή ρίζα που θα επιφέρει αρχικά συγκρούσεις, μέχρι την τελική συμφιλίωση, υπαγορευμένη από την κοινή μοίρα. Αυτή που επιτάσσει τη συνέχεια της επιβίωσης σε έναν ανοίκειο, άγνωστο τόπο, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για «ενσωμάτωση», ενώ θα κουβαλούν σταθερά τα τραύματα και τις πονεμένες μνήμες της πατρίδας, σαν το ψωμί της…
 
       Επιχειρώντας μια «ανατομία» της παράστασης, το σύνολο των παραμέτρων της  διακρίθηκε από συνδυασμό ελκυστικών στοιχείων και αδυναμιών, που οφείλουμε να διαχωρίσουμε, ξεκινώντας από τα δυνατά στοιχεία (+):
 
        Μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει αναμφίβολα το κείμενο των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη. Του οποίου η δύναμη (και ιδιαιτερότητα) δεν εντοπίζεται στα προφανή τραγικά, αλλά στην απόπειρα διείσδυσης στα «ενδότερα», προχωρώντας βαθύτερα σε επίπεδο ψυχισμού υπό ακραίες συνθήκες επιβίωσης… εμπλέκοντας τους ήρωες και τις ζωές τους απρόβλεπτα…αναδεικνύοντας τον πρωτογενή συμβολισμό του ψωμιού… μελετώντας την τραγωδία και από την «άλλη μεριά του φεγγαριού»… δημιουργώντας μια ευφυή συνθήκη συνεύρεσης… Δίνοντας παράλληλα με εύληπτη σημειολογία,  τα αντιφατικά στίγματα δύο διαφορετικών κόσμων- Ανατολικού και Δυτικού- με έμφαση στο στόχο της ποθούμενης «ενσωμάτωσης», με όλο τον πόνο, τους συμβιβασμούς, τις υπαναχωρήσεις που απαιτεί, ενώ η τραγική μνήμη παραμένει εσαεί παρούσα και καθοριστική. Αποτυπωμένα στο κείμενο με έντονο συναισθηματισμό, κορυφώσεις και εντάσεις, ρεαλιστικές ωμές περιγραφές, διάχυτη πίκρα και όλο το δέος της κυρίαρχης φράσης «ήθελα μόνο να ζήσω»…
 
       Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυλωνά, είναι αλήθεια ότι υπήρξε ο πιο αδύναμος κρίκος στο συνολικό αποτέλεσμα, ωστόσο μιλώντας εν προκειμένω για τα θετικά της στοιχεία, θα αναγνωρίσουμε τη φιλότιμη και έντιμη προσπάθεια απόδοσης της τραγικότητας, με ρεαλισμό, στιγμές εκρήξεων, στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, δημιουργία ατμόσφαιρας με αποτελεσματική χρήση των φωτισμών. Επίσης βρήκαμε εξαιρετική την έναρξη με έναν αραβικό σκοπό σαν μοιρολόι να ακούγεται από το βάθος, τραγουδισμένο αθέατα από τον Σ. Ζαλμά, ο οποίος ανεβαίνοντας στη σκηνή από την πλατεία, επιδίδεται πολύ εύστοχα σε… σέλφις, ως «ευκρινές στίγμα» της δυτικής κουλτούρας στην οποία καλείται πλέον να ενταχθεί. Στη διάρκεια υπήρξαν κάποιες σκηνές υπερβολικά έντονες, ωστόσο η πλέον φορτισμένη που οφείλει την τραγικότητά της ακριβώς στον λιτό συμβολισμό, ήταν η αποκάλυψη της «αληθινής Νουρ», βγάζοντας απλά την ξανθιά περούκα της. Και η πλέον συγκινητική το φινάλε, όπου  οι ήρωες με τα αληθινά τους, τραυματισμένα πρόσωπα κι ένα καρβέλι «μνήμης» ανάμεσα, πορεύονται φιλιωμένοι στη νέα, άγνωστη μοίρα…
 
       Στα δυνατά στοιχεία της παράστασης, θα καταχωρίσουμε βεβαίως  τις ερμηνείες των δύο άξιων ηθοποιών, των οποίων το ταλέντο έχει πιστοποιηθεί προ πολλού με εξαιρετικά δείγματα και οι όποιες ενστάσεις εν προκειμένω, οφείλονται καθαρά στη σκηνοθετική καθοδήγηση, όπως θα πούμε στη συνέχεια. Ωστόσο θαυμάσαμε τον υπέροχο επαγγελματισμό τους ως απόρροια μιας μακριάς εμπειρίας και ειδικότερα το πάθος, την ενέργεια,  εκφραστικότητα,  σκηνική άνεση,  (αλλά και καλοδουλεμένη φωνή) του Σταύρου Ζαλμά, επιφορτισμένου με έναν ιδιαίτερο ρόλο αντιφατικών όψεων και κάποιες σκηνές «οριακές»… όπως θαυμάσαμε και την Κυρία Λήδα Πρωτοψάλτη, για την ικανότητα να προσφέρει αυθεντικό συναίσθημα με ένα βλέμμα, μια αδιόρατη κίνηση, ένα λυγμό στη φωνή, μια έκφραση στο πρόσωπο, παρότι το σώμα ακολουθεί λιτά, ως απόσταγμα μοναδικής θεατρικής ωριμότητας.
 
       Σημαντικό κομμάτι της σκηνοθεσίας θα χαρακτηρίζαμε τους εύστοχους φωτισμούς που με τις εναλλαγές τους υπογράμμιζαν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και εξίσου εύστοχα τα κοστούμια, αποδίδοντας τη «καινούργια» ταυτότητα των ηρώων, με στοιχεία της «παλιάς». Το σκηνικό, αποτελούμενο από τραπέζια, καρέκλες και λεπτομέρειες «πολυεθνικού συνεδρίου», υπήρξε απλά ρεαλιστικό και πειστικό για το ζητούμενο. Όσο για τη μουσική- πέραν του αρχικού τραγουδιού  acapella- έλαμψε δια της απουσίας της και ήταν μια έλλειψη εμφανής που στοίχισε στο κομμάτι της ατμόσφαιρας.
 
       Εστιάζοντας στις αδυναμίες (-) της παράστασης, θα αναφερθούμε αρχικά σε αυτές του κειμένου, που ενώ συνέλαβε με ιδιαίτερο και εν μέρει απρόβλεπτο τρόπο το προσφυγικό δράμα, δεν αξιοποίησε τις μεγάλες δυνατότητες που προσφέρονταν. Διότι αφενός ενσωμάτωσε ιστορίες με «ρεπορταζιακό» ύφος και αφετέρου απέδωσε την τραγικότητα με έντονες δόσεις μελοδραματισμού, που εν τέλει την αποδυναμώνουν, ποντάροντας «εκβιαστικά» (και επιφανειακά) στο θυμικό. Σε αντίθεση με το υπέροχο υπονοούμενο στην τέχνη ή τους λιτούς, εμπνευσμένους συμβολισμούς που την απογειώνουν σε βαθύτερο επίπεδο, παραχωρώντας εδώ τη θέση τους κατά βάση στο ρεαλισμό- ντοκουμέντο ή ενίοτε σε γνωστά στερεότυπα.
 
       Ωστόσο οι σημαντικότερες ενστάσεις αφορούν στη σκηνοθεσία, παρότι η δυσκολία θεατρικής απόδοσης αφηγήσεων είναι δεδομένη. Και προκειμένου ο σκηνοθέτης να αποφύγει τη στατικότητα- που ωστόσο ήταν μοιραία επί της ουσίας- οδήγησε τον Σ. Ζαλμά σε μια άτοπη κινητικότητα με τρεχαλητά πάνω- κάτω άνευ λόγου, ένα συνεχές αγκομαχητό στην εκφορά του λόγου και μια υπερβολή στις σκηνές έντασης που ξέφευγε από τα αληθοφανή όρια, κάνοντας την εσωτερικότερη ερμηνεία της Λ. Πρωτοψάλτη, να φαντάζει συγκριτικά υποτονική. Επιπλέον η συνθήκη του έργου που υπαγορεύει κατάθεση των μαρτυριών στην «εκδήλωση μιας οργάνωσης», έμεινε σκηνοθετικά μετέωρη, αναξιοποίητη, κάπως σαν… να ξεχάστηκε στη ροή. Ενώ σε αρκετά σημεία οι μεγάλες παύσεις δημιουργούσαν χάσματα και ο ρυθμός «σκάλωνε», άλλοτε αργός και κουραστικός κι άλλοτε επιτηδευμένα αγχωτικός, μη καταφέρνοντας να βρει ισορροπία. Πέραν τούτου, μας έλειψαν η σκηνική έμπνευση, η σύγχρονη ματιά, η αξιοποίηση του ήχου και της μουσικής που θα συνέβαλε τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα, με συνέπεια το σκηνοθετικό εγχείρημα να παραπέμπει καλλιτεχνικά κατά μεγάλο μέρος σε κάτι παρωχημένο, στομφώδες, συμβατικό… Και είναι άδικο, γιατί από κάποια μικρά δείγματα, φάνηκε ότι μπορούσε πολλά περισσότερα…
 
       Εν κατακλείδι (=), ομολογούμε ότι φύγαμε με ανάμεικτα συναισθήματα και προφανώς διαχωρίζουμε το αυθεντικό προσφυγικό δράμα ως ρεαλιστική πραγματικότητα που συγκλονίζει και τη σκηνική του απόδοση ως  θεατρική τέχνη στην οποία αναφερόμαστε εδώ. Και η οποία είναι γεγονός ότι πέραν των αυτονόητων μας έδωσε μια «παραπέρα» οπτική και έντονες ερμηνευτικές στιγμές, ωστόσο κάτι μέσα μας έμεινε «ημιτελές»- επισκιασμένο από μια στερεοτυπική απόδοση, όταν αναλογιζόμαστε την καταλυτική δύναμη της τέχνης σε κοινωνικές/ ανθρωπιστικές πληγές σαν ετούτη…
 
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 
5,5 ΣΤΑ  10
 
Πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε EΔΩ
 ==================================================================================
Τι παίζουν τα θέατρα στη Θεσσαλονίκη τώρα.
Πρόγραμμα παραστάσεων ΚΛΙΚ ΕΔΩ
 ==================================================================================

ΕΙΔΑΜΕ & ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΜΕ ΕΔΩ

===========================================================================

Θεατρικά Κουλτουροβραβεία Θεσσαλονίκης [σελίδα ανακοινώσεων] ΕΔΩ
Facebook page ΕΔΩ
============================================================================
#Κουλτουρόσουπα  #kulturosupa  #Θεατρομανία  #ΕίδαμεΚαιΣχολιάζουμε  #ΠίτσαΣτασινοπούλου  #ΘέατροΑμαλία  #ΤοΨωμίΤηςΝινευί  #ΑντώνηςΚαιΚωνσταντίνοςΚούφαλης  #ΔημήτρηςΜυλωνάς  #ΛήδαΠρωτοψάλτη  #ΣταύροςΖαλμάς

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Στασινοπούλου Π
Στασινοπούλου Π
Ο «εραστής» οποιασδήποτε τέχνης - εν προκειμένω της θεατρικής, θα κρατά πάντα μαζί της μια σχέση εξιδανικευμένη, ενίοτε παθιασμένη. Επενδύοντας κατά βάση σε συναίσθημα και ένστικτο δουλεμένα με γνώση και εμπειρία… Όταν ο ερασιτέχνης του θεάτρου με χρόνια ενασχόληση μαζί του, από τη θέση του «άρρωστα» θεατρόφιλου εκφέρει γνώμη, δεν χωρά ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ παρά μόνο η αγνή αγάπη του γι αυτό! Και κάποιες φορές, «όποιος αγαπάει παιδεύει»… πάντα με την καλή έννοια! Και απαντά και στο kal.stassinopoulou@gmail.com

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Ψυχογραφώντας την παράσταση  «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»,
Ψυχογραφώντας την παράσταση «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», "Πέρα από αυτό που βλέπεις" | Νέλη Βυζαντιάδου.
με 0 Σχόλια 2338 Views

Είναι πολλά τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που ακόμα και όταν ενηλικιώνονται παραμένουν στη φυλακή στην οποία έχουν μπει χωρίς να το θέλουν και στην οποία παραμένουν επειδή φοβούνται να διαφοροποιηθούν από τη μητέρα τους.  Γράφει η Νέλη Βυζαντιάδου για την Κουλτουρόσουπα.

Περισσότερα ...

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη

Περισσότερα Της «K» το κάγκελο