«Σιγά μη φοβηθώ... το χιόνι». Γράφει η Ζωή Ταυλαρίδου για τον Σωφέρ θεάτρου.

2864 Views
«Σιγά μη φοβηθώ... το χιόνι». Γράφει η Ζωή Ταυλαρίδου για τον Σωφέρ θεάτρου. «Σιγά μη φοβηθώ... το χιόνι». Γράφει η Ζωή Ταυλαρίδου για τον Σωφέρ θεάτρου.

Γράφει η Ζωή Ταυλαρίδου για τον Σωφέρ θεάτρου.

 
Κάθομαι με τις ώρες σε μιαν άβολη πολυθρόνα.. Η πολυθρόνα σηκώνει το βάρος μου. Η πολυθρόνα σηκώνει το βάθος μου. Η πολυθρόνα σηκώνει τα όνειρά μου. Η πολυθρόνα σηκώνει το αύριο που με στοιχειώνει. Δεν ονειρεύονται οι νέοι. Οι νέοι απλά κάνουν σχέδια. Κι εγώ στη σχεδία των ονείρων μου, των φαντασιώσεών μου, των αναμνήσεών μου... ταξιδεύω. Ταξιδεύω με μισόκλειστα μάτια και υπό μάλης το χαμόγελο των δακρύων μου. “Σε αγαπάω, γιε μου”. Δεν έχω δύναμη να το αρθρώσω. Το “σ΄αγαπώ” βρίσκεται κολλημένο στις ζάρες που σχηματίζει η γλώσσα μου, ανιχνεύοντας συνάμα το μυαλό μου για να μιλήσει. Αλλά δε μιλάει η ρημάδα η γλώσσα. Απλά βουτάει στη σκέψη, στις σκέψεις... Να με συγχωρείτε. Ώρες ώρες πιάνω τον Εαυτό μου να παραληρεί...
 
Ο Εαυτός μου μιλάει μόνο με ένα φάντασμα, με ένα είδωλο... σαν εκείνη την Ελένη του Μενέλαου με τις δύο υπάρξεις: το είδωλό της στην Τροία, η ουσία της στην Αίγυπτο. Το είδωλό της συζύγου μου περιφέρεται γύρω μου, ο δορυφόρος μιας αγάπης που δεν ολοκληρώθηκε. Αυτή δε μου κράτησε το χέρι, δε με φίλησε στο κούτελο, δεν αποχαιρέτησε την ψυχή μου. Δεν πρόλαβε ακόμη, δεν την κατηγορώ. Ό,τι μου στέρησε, έρχεται στο δωμάτιό μου και με περικυκλώνει. Παραπονιέται για τις παιδικές φιγούρες στους τοίχους του δωματίου μου. Πώς δεν άλλαξα ταπετσαρία; “Μα, αυτές αποτελούν ορόσημο της ζωής μου, μόλις ανοίγω τα μάτια μου το πρωί”, της απαντώ με σθένος και μιαν κάποια νοσταλγία για το παλιά μου, για το παιδί μου και την ανάσα μου... τη γυναίκα μου. Με ακούει. Ακούγομαι στα φαντάσματα. Αυτό σίγουρα υποδηλώνει κάτι. Αποχωρώ για την επόμενη διάσταση; Παραπαίω ανάμεσα σε δύο κόσμους; Η γυναικεία αυτή φιγούρα με ευγένεια κι αγάπη οριοθετεί τον χώρο γύρω μου, με περιορίζει ελευθερώνοντάς με από τα γήινα δεσμά, της υποκρισίας και της εξάρτησης. Ό,τι αγαπάμε, χρειάζεται να το αφήνουμε να φεύγει. Ό,τι αγαπάμε μάς μεταφέρει στο Αλλού, σε εκείνο που δεν έχουμε ζήσει ακόμη. Η πλάτη της γυναίκας μου είναι η σκιαγράφηση της κομψότητας, της τρυφερής και σκληρής ίσως αγάπης, της αλήθειας μου. Η πλάτη της βουτάει βαθιά στη δική μου πλάτη. Η δική μου πλάτη εφάπτεται δυστυχώς με την πλάτη της άκαμπτης πολυθρόνας. Το δωμάτιο εν ολίγοις έχει τρεις πλάτες. Τρεις κι ο κούκος... και γελώ.
 
Κι έρχεται η πλάτη του γιου μου... Το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει πλάτες. Το πρόσωπό του με κοιτάει - σαν να μη με κοιτάει. Κινείται νευρικά -σχεδόν χαοτικά- στο χώρο, στη φωλιά μου, στο δωμάτιό μου. Ανακατώνει το σύμπαν μου, με αναταράσσει, ανακατεύει με το μυαλό του τα βιβλία μου, μετακινεί νοερά τα έπιπλά μου, ξύνει καρτερικά τις παιδικές φιγούρες από τον τοίχο μου -δικές του ήταν άλλωστε (!), πετάει με μιαν ψυχρή τάξη κι οργάνωση τα εσώρουχά μου σε μια τεράστια βαλίτσα. Η βαλίτσα ευτυχώς δε με χωράει! Η βαλίτσα γεμίζει με τα βρακιά μου, τις κάλτσες μου, τα όνειρά μου, τις αναμνήσεις μου, με αυτά που στο κάτω κάτω μού έχουν απομείνει... Κι εγώ αδυνατώ να τον δω. Αδυνατώ να την κρατήσω στα χέρια μου. Τον γιο μου και τη βαλίτσα μου. Φταίει η γλώσσα μου, θαρρώ. Παραμένει κολλημένη, βουτηγμένη σε ένα θολό μυαλό. Τα χρόνια φταίνε, καταντώ να μονολογώ. Πάντοτε τα χρόνια φταίνε, καταντώ να μοιρολογώ. Πάντοτε οι Άλλοι φταίνε. Η ευθύνη μάς βαραίνει. Η γλώσσα μου έχει γίνει άκαμπτη σαν την πολυθρόνα. Το σώμα μου δεν μπορεί να με σηκώσει. Το σώμα μου έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε πολυθρόνα. Κάπου κάπου σηκώνομαι, να θυμηθώ ότι τα χέρια και τα πόδια μου κινούνται. Ο Εαυτός μου, τώρα στα γεράματα και λίγο πριν το τέλος, μού θυμίζει μια ξύλινη μαριονέτα, από αυτές που πιάνουν οι Άλλοι και χτυπούν τα χέρια και τα πόδια της ανελέητα σε ένα τραπέζι, μήπως και αγγίξουν κάτι από το θέατρο του παραλόγου, θεωρώντας το ως ένα ακόμη δημιουργικό άθυρμα σερβιρισμένο στο πιάτο τους.
 
Καταλήγω σε μιαν άκαμπτη και πάλι πολυθρόνα. Μόνο το δωμάτιο αλλάζει. Παντού πλάτες. Πάντοτε κρατώ στα χέρια μου ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες. Το άλμπουμ αυτό έχει γίνει μια προέκταση του χεριού μου, μια προέκταση του εαυτού μου, ένα όπλο ενάντια στο Τέλος. Εάν η ζωή είχε χρώμα, αυτό θα ήταν μπλε. Το άλμπουμ μου είναι μπλε. Είναι γεμάτο με τον γιο μου, στον οποίο δεν ξεστόμισα ποτέ το “σ΄αγαπώ” με λόγια. Είναι γεμάτο με την ουσία της γυναίκας μου, την κομψότητα και την αλήθεια της, την τρυφερή και σκληρή αγάπη που φωτίζει το πρόσωπό της. Το μπλε άλμπουμ δεν έχει μέσα πλάτες. Προβάλλει περήφανα μόνο τα άλλα δύο πρόσωπα του δικού μου εαυτού, την οικογένειά μου, που μου θυμίζει ότι αγάπησα κι αγαπήθηκα. Η καρέκλα μου μαλακώνει... αρχίζω και αφηγούμαι ιστορίες για τα γεροντάκια της δεύτερης διάστασης, αυτής ανάμεσα στο σπίτι της νιότης μου και το έξω-από-δω σπίτι, δίχως να προκαταβάλλομαι ωστόσο με τον τίτλο. Άλλωστε, το χιούμορ ανέκαθεν αποτελούσε ένα χαρτί καλά κρυμμένο στο μανίκι μου. Περιγράφω το σύμπαν που με αποχαιρετά, με μιαν κατανυκτική κι απόκοσμη διάθεση. Κρατάω στα χέρια μου το μπλε της θάλασσας, το μπλε του ουρανού, ένα γήινο κι αιθέριο συνάμα μπλε. Η καρέκλα συνεχίζει να μαλακώνει. Δε φοβάμαι πια. Ένα τσουβάλι με χιόνι πέφτει με μιαν απαλότητα και στοργή πρωτόγνωρη επάνω στο ξύλινό μου σώμα. Το χιόνι λιώνει. Η καρέκλα λιώνει. Το σώμα μου έχει ήδη λιώσει. Σιγά μη φοβηθώ... το χιόνι.
 
Η παράσταση «ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ» σε σκηνοθεσία του Άγγελου Αντωνόπουλου στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς ¨Μελίνα Μερκούρη¨ διαπραγματεύεται επιμελώς κι εντέχνως τον φόβο και την απέχθεια του Ανθρώπου για τη μοναξιά και τον θάνατο, την πάλη του με αυτά και την τελική του κάθαρση και νίκη. Η πάλη του Ανθρώπου με τον Θάνατο τραγικοποιεί την ύπαρξή του, αλλά τη θεμελιώνει σε γερές βάσεις για το μετά του.
 
Η ζωή ενός ανθρώπου στα γηρατειά δια-κοσμείται με όνειρα, φαντασιώσεις κι αναμνήσεις για το παρελθόν. Ο γέρος διαλέγεται κριτικά με το παρελθόν του. Διαπραγματεύεται έξυπνα με το παρόν του. Και περιμένει στωικά το πέρασμά του σε μιαν άλλη ζωή, την οποία εμείς οι άνθρωποι ονομάσαμε θάνατο. Ο θάνατος και το τέλος ωστόσο δεν είναι συνώνυμα, απλά διαφορετικές οπτικές γωνίες ενός περάσματος, μιας διάβασης, που δεν έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε. Προσεγγίζοντας ένα τέλος, που απλά ορίζεται ως μια ολοκλήρωση των ονείρων, των στόχων και των σχεδίων μας στη ζωή, ανακαλύπτουμε πως ο θάνατος δεν προκαλεί τον φόβο. Ο θάνατος ως τέλος προκαλεί την αγάπη για τη ζωή που βιώθηκε άλλοτε στο λίγο της άλλοτε στο πολύ της και ανοίγει διάπλατα τη θύρα για ένα επόμενο τέλος και μιαν επόμενη ζωή.
 
Η παράσταση με τα εξαιρετικά κωμικά και δραματικά της στοιχεία διαβάζει και κατανοεί απαλά τον ψυχικό κόσμο του γηρασμένου ανθρώπου. Τον συμφιλιώνει με το τέλος της ζωής του, προβάλλοντας την αέναη υπαρξιακή μοναξιά του και παράλληλα την κοσμικότητα του σύμπαντός του. Η μοναξιά και η φιλία δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν διαχωρισμένες. Είναι δύο όψεις μιας ζεστής κουβέρτας που σκεπάζει απαλά την ύπαρξή μας. Η άκαμπτη και ξύλινη πολυθρόνα, το κρεβάτι με την τεράστια βαλίτσα, το ξύλινο γραφείο με τη στοίβα από παλιά βιβλία, ο τοίχος με τις παιδικές φιγούρες, το μπλε άλμπουμ με τις φωτογραφίες της νιότης αποκαλύπτουν την αγωνία του Ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Στο κάτω κάτω της γραφής, το ‘σ΄αγαπώ’ αποτελεί απλά ένα λογο-τεχνικό στοιχείο, εφόσον η ίδια η ύπαρξή μας αποπνέει μονάχα αγάπη.
 
Μουσική Πρόταση:

Γιάννης Αγγελάκας, “Σιγά μην κλάψω”

Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας

Μουσική: Γιάννης Αγγελάκας

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό, 
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω, 
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό, 
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε ΕΔΩ
-Ο Άγγελος Αντωνόπουλος σε ζωντανή συνέντευξη χάρμα ακοής! [βίντεοΕΔΩ
-Βίντεο αυλαία χειροκρότημα - πρεμιέρα Δημοτικό Καλαμαριάς.


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Ζωή Ταυλαρίδου
Ζωή Ταυλαρίδου
"Σωφέρ: Ως λάτρης του θεάτρου κατόρθωσα να εντοπίσω στη σκηνή τη δική μου αλήθεια. Η αλήθεια μού ξεγλιστρά κι εγώ απλά την κυνηγώ. Το ταξίδι ωστόσο είναι η ουσία. Και μπορώ πλέον με την ιδιότητα του Σωφέρ να απολαύσω τις αλήθειες που αναδύονται μέσα από το θέατρο. Κλείνω τα μάτια πριν γράψω. Και καταθέτω τις εικόνες μου, τους ήχους μου και τα παραστρατήματα του μυαλού μου. Μια περιπλάνηση είναι κι αυτή κάθε 8 και 18 του μηνός.

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Σούπερ απολαυστικό «Το τρελό μικρό πράγμα που ονομάζεται Έρωτας»! Είδαμε και σχολιάζουμε.
Σούπερ απολαυστικό «Το τρελό μικρό πράγμα που ονομάζεται Έρωτας»! Είδαμε και σχολιάζουμε.
με 0 Σχόλια 718 Views

Ένα σταθερό μειδίαμα ευφορίας συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια μια καλοστημένη, έξυπνη, απολαυστική κωμωδία, από μια άξια ταλαντούχα ομάδα… Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου.

Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή