H Σωφέρ Θεάτρου στο καθηλωτικό «Σκοτεινό Ανθολόγιο Ποίησης: Vol. 3» από το Θέατρο Του Άλλοτε.

7033 Views
H Σωφέρ Θεάτρου στο καθηλωτικό «Σκοτεινό Ανθολόγιο Ποίησης: Vol. 3» από το Θέατρο Του Άλλοτε. H Σωφέρ Θεάτρου στο καθηλωτικό «Σκοτεινό Ανθολόγιο Ποίησης: Vol. 3» από το Θέατρο Του Άλλοτε.

 

Η πρώτη εκδοχή της παράστασης τιμήθηκε με 2 βραβεία στο 6α Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης 2016: Τοπικού Θιάσου, Νέου Προσώπου (Δημήτρης Βασιλειάδης).

 

Γράφει η Ζωή Ταυλαρίδου για τη Σωφέρ Θεάτρου.

 
 
«Υπάρχει ένας μαγικός κόσμος μέσα στον κόσμο, και ένας μαγικός άνθρωπος μέσα σε κάθε άνθρωπο. Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο της μεγαλειώδους συσκευασίας, όμως δεν βλέπει τα υπέροχα περιεχόμενα. Αλλά αν δει τον μαγικό άνθρωπο μέσα του, τότε ο μαγικός άνθρωπος βλέπει τον μαγικό κόσμο.
Δεν είναι ανύπαρκτος ούτε αόρατος. Είναι υπαρκτός και ορατός, Άμα ξέρεις ότι υπάρχει Και αν ξέρεις να τον βλέπεις...»
.
Έρμαν Έσσε
.
Μπροστά μου. Aνοίγονται χιλιάδες δάση με δέντρα απειλητικά να με παραμονεύουν, σαν σκιές ενός μυαλού που δεν κάμφθηκε ακόμη από το πότε και το πού. Εσώκλειστη ήμουν. Παραμόνευα πίσω από τα παράθυρα ενός εγκλεισμού, που βασιζόταν σε ψεύτικες βάσεις. Οι ανάγκες μου ήταν, ωστόσο, αληθινές. Κι ήλπιζα να βρω τον δρόμο της σκηνής. Τα βήματά μου ανάλαφρα, αν και οι μάσκες, βαριές κι ασήκωτες, “έπνιγαν” τα πρόσωπα γύρω μου. Φαινομενικά τουλάχιστον. Γιατί οι εφιάλτες είναι απλώς όνειρα. Και το δάσος, το οποίο αναλάμβανε την οριοθέτηση ενός νέου ανθρώπου σκοτώνοντας τον παλιό, είχε ένα γκρίζο χρώμα, κρύβοντας έντεχνα το φως. Γιατί, φίλοι μου, πραγματικό σκοτάδι δεν υπάρχει. Απλά το φως πηγαίνει για λίγο να αναπαυθεί. Και πίσω από τις μάσκες, πάντοτε μάς περιμένουν ζευγάρια ματιών πρόθυμα να αγγίξουν τα δικά μας.
 
Έτσι λοιπόν, ναι. Σκόνη και ψιχάλα. Ήχοι πουλιών, το θρόισμα των φύλλων κι ένα φεγγάρι ανελέητο δήθεν, κατ΄επίφασην σκληρό κι απρόσωπο, μας θυμίζουν πως το ανθρώπινο στοιχείο μέσα μας χρειάζεται όχι μόνο να εκλογικεύει, αλλά προπαντός να νιώθει. “Ερχόμαστε για εσάς”, αφουγκράζομαι τη φρυγανιά αυτής της φράσης, αλλά και μια λίμνη μέσα της. “Ελάτε”, σκέφτομαι κι εγώ. Πόσο άραγε δε φοβάμαι το διαφορετικό και το άλλο των πραγμάτων, θέλω ειλικρινά να διερευνήσω. Μέσα από ένα σκοτεινό ανθολόγιο ποίησης, μπορώ να εντοπίσω έστω και το λίγο φως μέσα μου. Προς το παρόν, αισθάνομαι μιαν ανατριχίλα.
 
“Από πού ξεκινάνε οι δρόμοι”; Ας υποθέσουμε από εμάς τους ίδιους. Καθόμαστε σε σταυροδρόμια κι αναρωτιόμαστε για το πότε και το πού μπορούμε ή πρέπει να πάμε. Τετραγωνίζουμε τους κύκλους. Ας ακολουθήσουμε επιτέλους το απάτητο μονοπάτι, ίσως βγει κάπου, ίσως όχι. Η αγάπη άλλωστε είναι ένα ποτάμι, ορμητικό κι όμορφο. “Πιες, πλύσου”...δρόσισε την ψυχή. Εάν κρατάς ένα χέρι ζεστό στον διάβα σου, πάντα θα υπάρχει αυτό το κλαδί που θα σε σώσει. Συνοδοιπόροι στην αγάπη δεν έχασαν ποτέ. Και τα σταυροδρόμια αυτόματα ανοίγουν. Και δεν υπάρχει το καλό και το κακό μονοπάτι.
 
Βρίσκοντας τροφή όποιος πεινά, αισθάνεται μιαν απέραντη ευτυχία. Ευτυχισμένο το μυρμήγκι στη μέση της απέραντης πεδιάδας. Ευτυχισμένο το πουλί στη μέση της απέραντης πεδιάδας. Ευτυχισμένο το παιδί-με-τη-σφεντόνα στη μέση της απέραντης πεδιάδας. Κι εκεί η αλυσίδα σπάει. Ένα ρήγμα δημιουργείται, όποτε το θέλω χάνει τη φυσικότητα και τον βιολογικό του προορισμό και μετατρέπεται σε ένα ανήλεο παιχνίδι εξουσίας. Ποιος μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια τα όρια της ευτυχίας στις μέρες μας; Τι είναι, φίλοι μου, ο άνθρωπος...
 
Η ψυχή του, τρομοκρατημένη από τη ματαιότητα της ύπαρξής του, στέκεται αποσβολωμένη μπροστά από ένα δάσος από δέντρα του Ιούδα και σάρκες μικρών παιδιών. “Οι άνθρωποι του κόσμου μας παίζουν με χρώματα, αλλά μέσα τους είναι όλοι μαύροι”... και άραχνοι, θα πρόσθετα εγώ. Τίποτε το ανεξήγητο... Το παιδί-με-τη-σφεντόνα ευχαριστιέται τον θάνατο, σαν να έρχεται σε επαφή με αυτόν, εκλογικεύοντας με πάθος την ακατανόητή του ύπαρξη. Όταν η σφεντόνα γίνει προσευχή, το παιδί κοιτάζει τον ουρανό με δέος, με αγάπη, επικοινωνεί με το μέσα του και το έξω του, και σκύβει επιτέλους το κεφάλι στο μεγαλείο που το υπερβαίνει. Κι όποιος άλλος βέβαια αισθάνεται παιδί.
 
 
Η λίμνη είναι ο καθρέπτης της ψυχής μας. Άλλος χαμογελά στα νερά της κι άλλος πνίγεται. Το τραγούδι των ανθρώπων που πνίγονται μέσα στα ταξίδια της ψυχής τους αποτελεί μια κραυγή, ένα ουρλιαχτό, μια επιχείρηση να βγουν από το θνητό και βασανισμένο τους κορμί, αγνοώντας πως το περιτύλιγμα προσθέτει μιαν κάποια αξία στο δώρο, αλλά πετιέται χωρίς δεύτερη σκέψη στα σκουπίδια. “Να κριθεί λοιπόν κάθε Άνοιξη από τη χαρά της”. Εγώ νοηματοδοτώ τον κόσμο γύρω μου, εφόσον νοηματοδοτήσω πρώτα την ύπαρξή μου. Διαφορετικά, νόημα ας μην υπάρχει. Μου αρκεί ένα τηλεχειριστήριο του Εγώ μου, που αφήνω τους Άλλους να το κατέχουν.
 
Γι’ αυτό και “κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα κι εκλιπαρώ τις σόλες των παπουτσιών σου να με πατούν”. Ο Έρωτας κι ο Θάνατος, ανέκαθεν συνοδοιπόροι, πιάνονται χέρι χέρι και κάνουν βόλτες γύρω μου, χαμογελώντας και αναπολώντας τις στιγμές που δεν έζησαν. Κι εσύ βρίσκεσαι μακριά, κι ας δεν είσαι. Ντιν, νταν, ντιν... Οι ήχοι του ρολογιού σου μου θυμίζουν πως ο χρόνος μας κάποτε τελειώνει. Κι εγώ, πολύ ταπεινά, αφαιρώ όλα τα ρολόγια από εσένα κι εμένα, και δεν έχει νόημα πια ο χρόνος, γιατί όλα, μα όλα, παίρνουν νόημα από τα μάτια μας πίσω από τις μάσκες. Πεινάμε. Διψάμε. Τα παιδιά παίζουν με το φεγγάρι. Έχουν χρυσά πόδια, χρυσά χέρια κι άδειες τσέπες... άδειες. Κι εμείς απαλά παρατηρούμε τις σκιές του δάσους, με μιαν ακατανόητη ηρεμία, σχεδόν ανεξήγητη. Βρισκόμαστε παντού ή πουθενά; Ελεύθεροι από τους δείκτες του ρολογιού -ευτυχώς.
 
Ερχόμαστε για εσάς”... Καλώς να ορίσετε, φωνάζω...
Μα πού πήγαν όλοι οι Άνθρωποι”; αναρωτιέμαι στον επίλογο του πάθους μου.
Κι έτσι ολοκληρώνεται το ανθρώπινο μανιφέστο.
 
 
 
Το Σκοτεινό Ανθολόγιο Ποίησης Vol. 3 από το Θέατρο του Άλλοτε, σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Βαρβάρας Δουμανίδου στα Πλατανάκια - Natura Πανοράματος Θεσσαλονίκης, ήταν μια καθηλωτική παράσταση. Με κάδρο τα δέντρα του δάσους, το θρόισμα των φύλλων, τους ήχους των ‘ανθρώπων-στοιχείων της φύσης’, το νερό του ποταμού και το χώμα κάτω από τα πόδια μας, γινήκαμε κοινωνοί σε ένα αμάγαλμα αισθήσεων κι αισθημάτων, χρωματισμένων τόσο με σκοτάδι όσο και με φως.
 
Στο φόντο, πέντε ηθοποιοί με μάσκες ζώων και πουλιών διαγράφουν με το κορμί τους το εύρος μιας ιδιαίτερα ατμοσφαιρικής σκηνής. Και πολύ όμορφα πλάθουν εικόνες δραματοποιώντας ποιητικά έργα, τα οποία τονίζουν τη ματαιότητα και τραγικότητα της ανθρώπινης και μη ύπαρξης, αλλά παράλληλα θέτουν και μιαν ελπίδα πως ο κόσμος μας μπορεί να ξαναγεννηθεί. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Είναι η θύρα μας για αλλαγή, για μιαν άλλη ζωή. Όσο σκληρός κι απάνθρωπος κι αν είναι ο κόσμος μας, ο Άνθρωπος με όλα του τα κομμάτια, σκοτεινά και φωτεινά, σκιές, αγκάθια, ζωώδη ένστικτα, αλλά και ευαίσθητες χορδές, έχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί. Και κατά συνέπεια, να μεταμορφώσει. Το Σκοτεινό Ανθολόγιο Ποίησης αποτελεί έναν κατ΄ ευφημισμόν τίτλο. Στο κέντρο του πίνακα, μπορεί κανείς να θαυμάσει το φως.
 
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Βαρβάρα Δουμανίδου - Μουσική: Νατάσα Κοψαχείλη - Κίνηση: Δημήτρης Βασιλειάδης - Κατασκευή μάσκας: Δημήτρης Βασιλειάδης - Φωτογραφίες: Λάμπρος Καζάν- Δημιουργία αφίσας: Φωτεινή Φιλοξενίδου.

Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Βασιλειάδης, Τζώρτζια Βογιατζόγλου, Βάλια Γκαγκάτση, Νατάσα Κοψαχείλη, Μαρία Σεμερτζίδου.
 
Αναμένουμε την επανάληψη της συγκεκριμένης παράστασης. 
 
Μουσική:


 .
Δείτε & αυτά:
.
ΦΕΣΤΙΒΑΛ:
.
ΘΕΑΤΡΟ: 

.
-Θέατρο: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Συναυλίες: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Σινεμά: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Βιβλίο: Διαβάσαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
΄΄
-Κερδίστε προσκλήσεις - Βιβλίακλικ εδώ.

.
Ακολουθήστε μας στα social media
      

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Ζωή Ταυλαρίδου
Ζωή Ταυλαρίδου
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη μια ζεστή νύχτα. Μεγάλωσα, ζωγραφίζοντας και χορεύοντας τις σκέψεις μου. Από πολύ μικρή αγαπούσα τα παιδιά, κι έτσι έγινα δασκάλα. Ώσπου... ερωτεύτηκα το θέατρο κι άρχισα να με ανα-καλύπτω από την αρχή. Έπειτα, “τρίτωσαν” τα θαύματα της ζωής μου με δύο υπέροχα παιδιά, αγγίζοντας σχεδόν το ιδανικό μου. Έκτοτε, ανακαλύ-πτω τον εαυτό μου μπροστά από σκηνές, μπαίνοντας σε σταθερή πορεία. Παρατηρώ τον κόσμο του θεάτρου, τον περιγράφω, του δίνω σχήμα και ανακαλύπτω τα νοήματά του. Το θέατρο, η δίνη που καταπίνει τα πάντα, πηγάζει από την ακόρεστη ποιητική φλέβα. Γιατί, εν αρχή ην η ποίηση, ο έντεχνος λόγος. Η ποίηση, αυτή η ανυπόμονα γαργαλιστική συνήθεια, αρπάζει τα πάντα και τα με-τατρέπει σε Αλήθεια. Το Θέατρο μορφοποιεί και χρωματίζει την Αλήθεια αυτή και την εξωτερικεύει, την επικοινωνεί στους ανθρώπους πίσω, πάνω και μπρος από τη σκηνή. Και μαγευόμαστε. Και ξυπνάμε. Κι αντιδρούμε. H Σωφέρ Θεάτρου και οι Σκηνής Διάλογοι ως στήλες στην Κουλτουρό-σουπα αποκρυσταλλώνουν αυτή ακριβώς την ανάγκη. Η αγάπη μου για το θέατρο έχει αποκτήσει πλέον και μουσικό χρώμα, “έχει ανοίξει” σε άλλα μονοπάτια και φιλοξενείται διαδικτυακά από το Καλλιτεχνικό Ραδιόφωνο του Ερευνητικού Οργανισμού Ελλήνων (https://eoeradio.org/arts/) κάθε Πέμπτη 9-10 το βράδυ! Καλό μας ταξίδι!

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή