Μία αξιοπρόσεκτη «αρχή του Αρχιμήδη» με ορισμένες ενστάσεις… Είδαμε και σχολιάζουμε.

3637 Views
Μία αξιοπρόσεκτη «αρχή του Αρχιμήδη» με ορισμένες ενστάσεις… Είδαμε και σχολιάζουμε. Μία αξιοπρόσεκτη «αρχή του Αρχιμήδη» με ορισμένες ενστάσεις… Είδαμε και σχολιάζουμε.

 


 
«Η αρχή του Αρχιμήδη» αποτελεί μία παράσταση βασισμένη στο ομότιμο έργο του ισπανού συγγραφέα Ζουσέπ Μαρία Μιρό. Το κείμενο πραγματεύεται ένα πολύ κρίσιμο και επίκαιρο θέμα, αυτό της παιδοφιλίας και του στιγματισμού ενός ανθρώπου ακόμα και αν υπάρχουν αβεβαιότητες ως προς την ενοχή του. Η στόχευση αυτή δίνεται μέσα από τα αποδυτήρια ενός κολυμβητηρίου, όπου με αφορμή την εισήγηση ενός πατέρα, η διευθύντρια αναζητά την αλήθεια, θέτοντας στο στόχαστρο έναν εκ των δύο προπονητών.
 
 
Αρχικά, η παράσταση παρουσιάζει αρκετά θετικά (+) χαρακτηριστικά. Το κείμενο σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ αποτελεί ένα καθημερινό κείμενο με απλούς διαλόγους, που φαίνεται να θέλει να εισαγάγει τον προβληματισμό αυτόν σε απλές στιγμές της καθημερινότητας. Όμως, το σενάριο δεν μένει εκεί, καθώς έχει ωραία πλοκή, ανατροπές και μία συνεχώς εκτυλισσόμενη υπόθεση μέχρι το φινάλε. Το τέλος ξενίζει κάπως, καθόσον δεν δίνει μία σαφή απάντηση, αν ο προπονητής τέλεσε ή όχι το συγκεκριμένο έγκλημα και αν ο ίδιος ήταν παιδόφιλος. Απομακρύνεται, λοιπόν, από την αναζήτηση της αλήθειας και μεταβιβάζει το ενδιαφέρον ακριβώς στο πως η αναζήτηση αυτής με την επίπλαστη σιγουριά (παρά τις υπαρκτές αμφιβολίες) μπορεί να οδηγήσει σε δυσχερή αποτελέσματα για την ψυχοσύνθεση των ηρώων και να στιγματίσει την κοινωνική ηθική και τις ατομικές υπολήψεις. Πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να καταδικάσει κάποιον ακόμα και αν είναι αθώος; Η παράσταση καταφέρνει να αφήσει σκέψεις και προβληματισμό.
 
 
Τις εντυπώσεις της παράστασης κλέβει η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου, η οποία αποτελεί και το πιο δυνατό της σημείο. Συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία έχει δύο συνιστώσες. Η πρώτη ακολουθεί ένα έξυπνο εύρημα, αυτό του μπερδέματος των σκηνών. Συγκεκριμένα, η παράσταση δεν ακολουθεί μία ευθεία χρονική ροή, αλλά φαίνεται να εκκινεί από το μέλλον και να επιστρέφει στο παρελθόν, ώστε να εξηγήσει πως δημιουργήθηκαν οι παρουσιαζόμενες συνέπειες και να ενώσει την πλοκή. Η επιλογή αυτή κατάφερε με μικρές αποκλίσεις, που θα αναφερθούν παρακάτω, να κρατήσει τους θεατές σε εγρήγορση και αγωνία. Ενισχυτικό αυτού του τεχνάσματος ήταν το απόλυτο σκοτάδι, που μεσολαβούσε από σκηνή σε σκηνή, με την χρήση ηχητικών πλατσουρισμών, που παρέπεμπαν στο κολυμβητήριο, αλλά και την παιδική φωνούλα, που «μαθηματικά» προσδιόριζε σε ποιο χρονικό σημείο βρισκόμασταν, ώστε να ενωθούν τις σκηνές και έτσι να επιτευχθεί η μετάβαση από το μέλλον στο παρελθόν. Επίσης, το δέσιμο των σκηνών επετεύχθη με ορισμένα λεπτά δράσης από την προηγούμενη σκηνή να επαναλαμβάνονται. Το δεύτερο σκηνοθετικό εύρημα ήταν πιο σύνθετο με το σκηνικό σε 2-3 στιγμές της παράστασης να περιστρέφεται κατά 180 μοίρες. Η επιλογή αυτή φάνηκε να αποβλέπει στο να δείξει, ότι αλλάζει η οπτική, που βλέπουμε τα πράγματα και ανάλογα με την οπτική μας θα κατευθυνθούμε είτε στη μία, είτε στην άλλη λύση. Σε αυτήν την παράσταση φαίνεται να μην υπάρχει μία αλήθεια. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να επιλέχθηκε η τοποθέτηση θεατών πάνω στην σκηνή πίσω από τους ηθοποιούς, ώστε να ενισχυθεί αυτή η επιλογή.
 
 
Όσον αφορά τους πρωταγωνιστές, ο Μιχάλης Συριόπουλος στον ρόλο του προπονητή, που τίθεται στο στόχαστρο των κατηγοριών, φάνηκε να υπερέχει των άλλων. Η μετρημένη του ερμηνεία περνούσε από διάφορα στάδια, από τον απόλυτο εγωκεντρισμό μέχρι και την πλήρη δραματικότητα, που εξέφραζε τον φόβο και την ανάγκη του να γίνει πιστευτήη εκδοχή του. Φάνηκε, έτσι, να καλύπτει ένα πλήθος συναισθημάτων με έναν ρόλο με πολλαπλές πτυχές.
Οι υπόλοιποι 3 συμπρωταγωνιστές φάνηκαν να ακολουθούν μία πιο διεκπαιρεωτική οδό. Η Μαρία Φιλίνη στον ρόλο της διευθύντριας ερμήνευσε ένα ρόλο με κρυφά σημεία με σχετική εσωτερικότητα, χωρίς να λείπουν και ορισμένες στιγμές υπερβολής. Ο Σεραφείμ Ράδης στον ρόλο του πατέρα έκανε ένα αρκετά μικρό πέρασμα από το έργο, χωρίς να πείσει απόλυτα. Τέλος, ο Άγγελος Μπούρας στον ρόλο του έτερου προπονητή με την πιο αθώα διάθεση ήταν μετρημένος στην πλειοψηφία των σκηνών του, με κάποιες υπερβολές στα δραματικά ξεσπάσματα.
 
 
Όμως, από την παράσταση δεν έλειψαν και ορισμένα σημεία, τα οποία δεν μας έπεισαν πλήρως και έτσι αποτέλεσαν τον αρνητικό (-) πόλο αυτής. Αρχικά, σεναριακά και σκηνοθετικά φάνηκαν κάποιες σκηνές (δύο για την ακρίβεια, αφενός η σκηνή μεταξύ διευθύντριας και πατέρα, η οποία ήταν υπερβολικά μεγάλη και αργόσυρτη, και αφετέρου η σκηνή μεταξύ διευθύντριας και έτερου προπονητή, που ήταν σε πολλά σημεία υπερβολικά μελό) να τράβηξαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και να αλλοιώνουν το λοιπό κατά τα άλλα σφιχτά δεμένο αποτέλεσμα. Συγχρόνως, κάποιοι διάλογοι ήταν τόσο γεμάτοι, με τους ήρωες να μιλούν ακατάπαυστα και να λείπουν οι αναγκαίες παύσεις, που θα έπρεπε να συνοδεύουν τις αναδυόμενες αποκαλύψεις.
.
.
 
Παράλληλα, η προσεγμένη σκηνοθετική απόδοση φάνηκε να αφήνει σε υποδεέστερο βαθμό άλλα εξίσου δομικά σύνολα. Συγκεκριμένα, το σκηνικό έμοιαζε υπερβολικά λιτό. Έδειχνε μεν τα αποδυτήρια ενός κολυμβητηρίου, στα οποία εκτυλισσόταν όλη η υπόθεση, αλλά θα μπορούσε να ήταν πιο ενισχυμένο, δεδομένου, πως πέραν των αλλαγών της διάταξης του σκηνικού, καθεαυτό ήταν όμοιο σε όλες τις σκηνές.
Στην ίδια απλότητα κινήθηκαν και οι φωτισμοί, οι οποίοι είχαν το προτέρημα, πως με το μπλε ηλεκτρίκ φώς των αποδυτηρίων παρέπεμπαν σε ανακριτική λάμπα συνδυαζόμενο με τις πραγματικές προθέσεις της διευθύντριας. Ωστόσο, δεν συνοδεύτηκαν από καμία εναλλαγή πέραν των σκοτεινών παύσεων ενδιάμεσα στις σκηνές, γεγονός, που δημιούργησε ένα πιο στατικό αποτέλεσμα.
.
.
 
Τέλος, και η μουσική κινήθηκε σε ανάλογα επίπεδα, χωρίς να καταφέρνει να υπογραμμίσει τις ψυχικές μεταβολές των ηρώων ευκρινώς, και συνεπώς θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εμπλουτιστεί.
 
Συνολικά (=), πρόκειται για μία αξιόλογη παράσταση, με εξέχοντα στοιχεία αυτής να καθίστανται η σκηνοθετική απόδοση με τα δύο ευρήματα, το σύγχρονο του κειμένου με ένα πολύ δύσκολο θέμα και η ερμηνεία του Μιχάλη Συριόπουλου. Ορισμένα σημεία ήθελαν προσοχή, ώστε να δημιουργηθεί ένα καθόλα φροντισμένο αποτέλεσμα.
 
Βαθμολογία:
6/10
 

Πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ

.

Δείτε αυτά:
/
Όλες οι νέες παραστάσεις (πρεμιέρες) που θα δοθούν από 15/5/2019 έως 14/05/2020 στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αυτόματα συμμετέχουν για τα 3 Βραβεία Κοινού καθώς και για τα Βραβεία Κριτικής Επιτροπής στα 10α -επετειακά- Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης 2020.
Πληροφορίες για τα ΘΒΘ θα βρείτε ΕΔΩ  ΕΔΩ
.
& αυτά:
 
-Τι παίζουν τα θέατρα στη Θεσσαλονίκη τώρα, κλικ εδώ.
-Τι παίζουν οι κινηματογράφοι στη Θεσσαλονίκη, κλικ εδώ.
-Θέατρο: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Συναυλίες: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Σινεμά: Είδαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
-Βιβλίο: Διαβάσαμε & Σχολιάζουμε, κλικ εδώ.
.
-Κερδίστε προσκλήσεις - Βιβλία, κλικ εδώ.
 ..
Ακολουθήστε μας στα social media
       

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Μπαστουνάς Γιώργος
Μπαστουνάς Γιώργος
Ως απόφοιτος της Νομικής του ΑΠΘ και με πολλαπλές… καλλιτεχνικές ανησυχίες, δοκίμασα την πένα μου, συντάσσοντας τηλεοπτικές κριτικές, ορισμένες συνεντεύξεις και ένα αστυνομικό-ψυχογραφικό μυθιστόρημα, και τη φωνή μου, διενεργώντας μία εκπομπή στο ραδιόφωνο. Φέτος στην αγαπημένη kulturosupa ασχολούμαι με θεατρικές και ενίοτε κινηματογραφικές κριτικές, με συνεντεύξεις με γνωστά, αλλά και νέα θεατρικά πρόσωπα, και κάπου-κάπου με τηλεοπτικά σχόλια. Γνώμονάς μου η ειλικρίνεια απέναντι στο αναγνωστικό κοινό και ο σεβασμός απέναντι στους εκάστοτε δημιουργούς. Mail επικοινωνίας: georgebastounas@hotmail.gr.

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή