Με οσμή ναφθαλίνης η ανούσια «ΑΓΓΕΛΑ» από το ΚΘΒΕ… Είδαμε & Σχολιάζουμε.

500 Views
Με οσμή ναφθαλίνης η ανούσια «ΑΓΓΕΛΑ» από το ΚΘΒΕ… Είδαμε & Σχολιάζουμε. Με οσμή ναφθαλίνης η ανούσια «ΑΓΓΕΛΑ» από το ΚΘΒΕ… Είδαμε & Σχολιάζουμε.

 Με οσμή ναφθαλίνης η ανούσια «ΑΓΓΕΛΑ» από το ΚΘΒΕ… Είδαμε & Σχολιάζουμε.

       Σκληρός ίσως ο τίτλος μιλώντας για τη δουλειά ανθρώπων που έκαναν ψυχική και σωματική κατάθεση, ωστόσο εγείρεται ένα μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με τις επιλογές του ΚΘΒΕ και τον τρόπο που αυτές υλοποιούνται. Κι αν για τις επιλογές μπορούμε να δώσουμε κάποιες εξηγήσεις, π.χ. αναζήτηση θεματικής ποικιλίας και πολυπρόσωπων έργων, για τον τρόπο υλοποίησης που έχει εκπέσει σε μια σχεδόν επαναλαμβανόμενη «μανιέρα», δυσκολευόμαστε να βρούμε. Πηγαίνεις σε παράσταση του Κρατικού και ανάλογα με το έργο, ξέρεις πάνω-κάτω τί θα συναντήσεις επί σκηνής, άλλοτε εμπνευσμένα και άλλοτε όχι. Ενδεικτική περίπτωση του «όχι» ήταν η παράσταση «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου που παρακολουθήσαμε στη Μονή Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη.
 
       Ένα έργο δραματικό που εξελίσσεται στη δεκαετία του ’50 της μετεμφυλιακής Ελλάδας και πραγματεύεται τις ζωές, τα όνειρα, τους έρωτες λαϊκών ηρώων μιας εποχής με έντονα πάθη και δυνατά στερεότυπα. Με επίκεντρο τη νεαρή Αγγέλα που έρχεται από το χωριό της, κυνηγημένη από πονεμένες μνήμες για να δουλέψει ως υπηρέτρια, πλάθεται μια σύνθετη πλοκή γύρω από τις ασφυκτικές ζωές της κοινωνικής τάξης των υπηρετριών εκείνου του καιρού. Που παλεύουν για την επιβίωση αλλά και την αξιοπρέπεια, αναζητώντας απελπισμένα διεξόδους στον έρωτα, την «αποκατάσταση», το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Και ως ευάλωτες πέφτουν εύκολα θύματα εκμετάλλευσης σκοτεινών τύπων του υποκόσμου που τάζουν  όνειρα με αντάλλαγμα την εκπόρνευσή τους, οδηγώντας μία από αυτές σε μυστηριώδη αυτοκτονία. Στη διελεύκανση του μυστηρίου θα εμπλακεί η Αγγέλα, γνωρίζοντας παράλληλα έναν παράφορο έρωτα που όμως οι συνθήκες θα οδηγήσουν σε μοιραίο τέλος…
 
Ξεκινώντας από τα στοιχεία που μας απογοήτευσαν (-) θα μιλήσουμε καταρχήν για το ίδιο το έργο:
-        Το κείμενο του Γ. Σεβαστίκογλου, γραμμένο το 1957, διαθέτει αναμφισβήτητα συγγραφικές αρετές, καθώς διακρίνεται από καθαρή θεατρική δομή, έντονη πλοκή, αναγνωρίσιμους λαϊκούς χαρακτήρες, δόσεις σασπένς. Μόνο που περιορίζεται στην περιγραφή ηθών μιας πολύ συγκεκριμένης εποχής – και το κάνει με ακρίβεια και ειλικρίνεια, χωρίς όμως δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Χωρίς εμβάθυνση σε αιτίες,  κοινωνικά ταμπού,  εσωτερικές συγκρούσεις, βαθύτερες αναζητήσεις…  Ένα  ελκυστικό  λαϊκό ανάγνωσμα σχετικό με την παρελθούσα εποχή που όμως στο σήμερα δεν έχει ουδεμία αναφορά. Γράφηκε «τότε» για το «τότε» και ο τρόπος ανάπτυξης της θεματικής του 60 χρόνια μετά, δεν καταφέρνει να αγγίξει τον σύγχρονο θεατή, καθώς στερείται διαχρονικού  υπόβαθρου.
 
Σίγουρα ο έρωτας, τα πάθη, η φτώχεια, η αδικία, το κυνήγι του ονείρου κλπ. είναι αιώνιες «σταθερές» για τον άνθρωπο, όμως αυτό που τις κάνει ενδιαφέρουσες για την τέχνη είναι ο τρόπος προσέγγισης. Κι όταν αυτός μένει σε ένα περιγραφικό επίπεδο γεγονότων στα στενά πλαίσια  μιας εποχής, χωρίς να φωτίζει το «πίσω» από τα γεγονότα, χάνει τη δύναμή του και κυρίως την εμβέλεια στο χρόνο. Όταν λείπει το βαθύτερο κέντρισμα, η τροφή για σκέψη, ο θεατής του 2016 παρακολουθεί απλά με τις αισθήσεις, μελοδραματικές καταστάσεις ενός καιρού αλλοτινού που φαντάζουν γραφικές με οσμή ναφθαλίνης.  Σαν πολυκαιρισμένο ρούχο βγαλμένο από παλιό μπαούλο, ανακαλώντας σε κάποιους ξεχασμένες αναμνήσεις…
 
-        Σε σχέση με τη σκηνοθεσία του Γ. Παλούμπη, η απογοήτευση εντείνεται μιλώντας για ένα σύνολο γενικά ξεχειλωμένο και παλιακό, με λίγα ενδιαφέροντα στοιχεία. Χαρακτηρισμένο από αργόσυρτο και κουραστικό ρυθμό,  αναίτιες κοιλιές και ακόμα πιο αναίτια μελοδραματικά ξεσπάσματα στα οποία κυριάρχησαν οι τσιρίδες που ποτέ δεν θα καταλάβουμε ΤΙ ακριβώς εξυπηρετούν! Καθώς το μόνο που καταφέρνουν είναι να καταπονούν άδικα τον ηθοποιό, να ενοχλούν και αντίθετα να «ψευτίζουν» την αυθεντική ένταση της στιγμής. Και εν προκειμένω το «ψευτισμένο» μελό περίσσεψε… βραχνιάζοντας σίγουρα όσους αναγκάστηκαν να το υπηρετήσουν κραυγάζοντας, χωρίς να καταφέρουν μοιραία να εκφράσουν αληθινό συναίσθημα. Το οποίο βέβαια δεν μπορεί να προκύψει από φανερά «στημένους» ήρωες και μη οικείες τραβηγμένες καταστάσεις… χάρη στις κραυγές!
 
Μια σκηνοθετική οπτική «παλιάς κοπής», βασισμένη σε δοκιμασμένα στερεότυπα και  με δόσεις ανούσιας υπερβολής και φλυαρίας, όπου η φαντασία  περιορίστηκε στη χρήση ενός ημιδιαφανούς «πλέγματος» περιστασιακά, πίσω από το οποίο αχνοφαινόταν η δράση και στη  μερική αξιοποίηση της πλατείας καθώς και των θεωρείων- μπαλκονιών ως μέρος του σκηνικού. Εμπλουτίζοντας τη σκηνική δράση κατά περίπτωση με πολλά πρόσωπα σε εμφάνιση λίγων λεπτών  με μία ή καμία ατάκα, σε μια προσπάθεια εντυπωσιακού γεμίσματος, όπως στη «φανφαρόνικη» σκηνή του χορού των καρναβαλιών. Κι όσο για το μυστηριώδες της υπόθεσης σχετικά με την αυτοκτονία, το σασπένς αποδυναμώθηκε από τη φλυαρία και τις σχεδόν προδιαγεγραμμένες  εξελίξεις… Τα λίγα ενδιαφέροντα στοιχεία θα αναφερθούν παρακάτω.
 
-        Ελάχιστοι ηθοποιοί ξεχώρισαν για την απόδοσή τους σε επίπεδο υποκριτικής, ενώ αρκετοί υπήρξαν άνευροι, αδιάφοροι  ή υπερβολικοί, δέσμιοι της σκηνοθετικής καθοδήγησης, με δυνατό σημείο όλων ωστόσο, το απόλυτο ταίριασμα φυσιογνωμικά με τους χαρακτήρες και την εποχή. 
Η Κατερίνα Αλέξη ως Αγγέλα πάσχισε φιλότιμα, με σθένος και τσαγανό να υποδυθεί την παθιασμένη επαρχιωτοπούλα υπηρέτρια και έπεισε αρκετά, αν εξαιρέσουμε τη συνεχή ένταση στην εκφορά του λόγου και την κινησιολογία που στερούσε τη φυσικότητα και την έδειχνε «στημένη», με πιο αδύναμη υποκριτικά στιγμή τις κραυγές του τέλους. Οι Ν. Μαραγκόπουλος  (Σταύρος),  Μ. Συριόπουλος  (Λάμπρος) και Π. Παπαϊωάννου  (Μένιος), υπήρξαν σε γενικές γραμμές σχεδόν ανέκφραστοι, επίπεδοι, ακατέργαστοι και σίγουρα κατώτεροι των απαιτήσεων τριών πολύ χαρακτηριστικών ρόλων. Σε αντίθεση με τη σκηνική άνεση και εκφραστικότητα των «υπηρετριών» Μ. Χατζηιωαννίδου (Γεωργία), Σ. Καλεμκερίδου (Άννα), Π. Μακροδημήτρη (Φανή),  Σ. Παπαδάκη (Νέρα), εξαιρώντας και πάλι την όποια υπερβολή κλήθηκαν να υπηρετήσουν. Οι υπόλοιποι με στιγμιαία περάσματα, απλά διεκπεραίωσαν και δεν καταλάβαμε γιατί έμπειροι, ταλαντούχοι ηθοποιοί σαν τη Γιολάντα Μπαλαούρα έμειναν αναξιοποίητοι με μισή μόνον ατάκα...
.
Στα θετικά (+) της παράστασης θα χρεώσουμε:
-        Την ατμόσφαιρα της σκηνοθεσίας που απέδωσε πολύ πειστικά το κλίμα της εποχής, παραπέμποντας άμεσα σε δεκαετία του ’50, καθώς και την επιτυχημένη αξιοποίηση του χώρου εκτός σκηνής, απλώνοντας τη δράση σε πλατεία και θεωρεία. Επίσης βρήκαμε ατμοσφαιρική και καλοστημένη την ερωτική σκηνή μεταξύ Αγγέλας και Λάμπρου και απόλυτα ρεαλιστικά τα στιγμιότυπα από το γάμο της Φανής ή τις ενασχολήσεις των υπηρετριών στην «ταράτσα» με άπλωμα- μάζεμα μπουγάδας, σκούπισμα, πλύσιμο κλπ. με ωραία «χωροταξία» των ηθοποιών στη σκηνή.
 
-        Η επιτυχημένη ατμόσφαιρα χρωστά βέβαια πολλά, αφενός στο ρεαλιστικότατο σκηνικό της «ταράτσας» και αφετέρου στα απόλυτα ταιριαστά κοστούμια εποχής, ενώ δευτερευόντως συνέβαλαν οι επαρκείς φωτισμοί και  ελάχιστα η υποτυπώδης μουσική, η οποία θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο για το κλίμα. Αντίθετα η εισαγωγική μοντέρνα και ρυθμική μουσική πριν την έναρξη των σκηνών έβγαζε εντελώς… εκτός κλίματος.  
.
       Εν κατακλείδι (=) θα μείνουμε με την απορία για τους λόγους της συγκεκριμένης επιλογής που τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο και σε επίπεδο σκηνοθετικής / ερμηνευτικής απόδοσης, δεν είχε κάτι ενδιαφέρον να πει… Κάτι που φάνηκε άλλωστε στο υποτονικό χειροκρότημα ενός μισοάδειου θεάτρου Σαββατόβραδο…
 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ:

 4  στα 10
 
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΔΩ 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΤΕ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ THN ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΨΗΦΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ 6α ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΚΟΥΛΤΟΥΡΟΒΡΑΒΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  - ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΟΙΝΟΥ στη θεατρική κάλπη που θα βρείτε στην είσοδο του θέατρου.


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Στασινοπούλου Π
Στασινοπούλου Π
Ο «εραστής» οποιασδήποτε τέχνης - εν προκειμένω της θεατρικής, θα κρατά πάντα μαζί της μια σχέση εξιδανικευμένη, ενίοτε παθιασμένη. Επενδύοντας κατά βάση σε συναίσθημα και ένστικτο δουλεμένα με γνώση και εμπειρία… Όταν ο ερασιτέχνης του θεάτρου με χρόνια ενασχόληση μαζί του, από τη θέση του «άρρωστα» θεατρόφιλου εκφέρει γνώμη, δεν χωρά ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ παρά μόνο η αγνή αγάπη του γι αυτό! Και κάποιες φορές, «όποιος αγαπάει παιδεύει»… πάντα με την καλή έννοια! Και απαντά και στο kal.stassinopoulou@gmail.com

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Εκλεκτής σοδειάς οι «Ρετσίνες του βασιλιά» του Ισίδωρου Ζούργου. (Διαβ&Σχολ)
Εκλεκτής σοδειάς οι «Ρετσίνες του βασιλιά» του Ισίδωρου Ζούργου. (Διαβ&Σχολ)
1 Views
 Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη στην Ελλάδα κάποιοι συγγραφείς, που εγώ τους ονομάζω «στανταράκια». Αγοράζεις τα βιβλία τους, χωρίς καν να το σκεφτείς, σίγουρος πως δε θα χάσεις το χρόνο και τα χρήματά σου. Διάβασε και σχολιάζει η Μαρία Διαμαντοπούλου. 
Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή