Ο σπουδαίος Νικορέστης Χανιωτάκης μιλά στην Κουλτουρόσουπα: Κάνω αυτό που θέλω, με όποιο ρίσκο έχει.

4144 Views
Ο σπουδαίος Νικορέστης Χανιωτάκης μιλά στην Κουλτουρόσουπα: Κάνω αυτό που θέλω, με όποιο ρίσκο έχει. Ο σπουδαίος Νικορέστης Χανιωτάκης μιλά στην Κουλτουρόσουπα: Κάνω αυτό που θέλω, με όποιο ρίσκο έχει.

 

Συνέντευξη στην Ειρήνη Σοφιανίδου. 

 
Παρά το νεαρό της ηλικίας του είναι απίστευτα ταλαντούχος, πολυβραβευμένος (6 παρακαλώ –αριθμός ρεκόρ- στα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης 2019) και φυσικά περιζήτητος.
Οι παραστάσεις που σκηνοθετεί αποτελούν σημείο αναφοράς και όλες μα όλες, έχουν στεφθεί με τεράστια επιτυχία. Όταν είδαμε και την αριστουργηματική «Γίδα» συνειδητοποιήσαμε πόσο καλλιτεχνικά διεισδυτικός είναι, θεωρώντας αποδεδειγμένα πια, πως έχουμε να κάνουμε με τον καλύτερο σκηνοθέτη της γενιάς του.
 
Τον περασμένο τον χειμώνα μας έφερε την καλύτερη «Μήδεια» του Μποστ μετά από αυτή της «Στοάς» όπου ένα δίωρο «χορεύεις» κυριολεκτικά  στον ρυθμό της και πάλλεσαι μαζί της. Αυτή την –άλλη- μία σπουδαία δουλειά του θα ξαναδεί η Θεσσαλονίκη 1η του μηνός στο Θέατρο Γης.
 
Και ήταν μια καλή ευκαιρία να τα πούμε μαζί του ξεδιπλώνοντας, σκέψεις, συναισθήματα και μελλοντικά σχέδια…
 
 
Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Νικορέστης Χανιωτάκης μιλά στην Κουλτουρόσουπα.
 
-Η φετινή περιοδεία διαφέρει από τις άλλες γιατί γίνεται υπό ιδιαίτερες συνθήκες. Πώς αισθάνεστε που τα πράγματα είναι ρευστά και ανά πάσα στιγμή μπορεί να υπάρξουν ακυρώσεις;
Αισθανόμαστε ανασφάλεια γιατί δεν εξαρτάται από μας κι αυτό είναι το χειρότερο. Είναι όμως και μια πρόκληση ταυτόχρονα. Παράλληλα βρισκόμαστε σε μια «ιερή αποστολή» που υπερασπιζόμενοι την τέχνη μας γιατί αυτό που κάνουμε μπορεί κάτι να προσφέρει,  πως αυτή την περίοδο είναι ζωτικής σημασίας κι όχι μια πολυτέλεια τόσο για τον κόσμο όσο και για μας τους ίδιους.
 
Θα πρέπει να ξέρετε πως οι 9 στους 10, που βγήκαν σε περιοδείες θα έβγαζαν πολύ περισσότερα χρήματα από το επίδομα που θα παίρνανε, παρά βγαίνοντας να κάνουν περιοδεία.. Μια επιλογή μεγάλου ρίσκου καθώς το κίνητρο ήταν ψυχικό και καλλιτεχνικό. Γιατί ξεκινάει από μας, από την ανάγκη μας να υπάρχει καλλιτεχνική δραστηριότητα πάση θυσία.
 
Επίσης, να προσθέσω με πόση ευλαβική διάθεση τηρούνται τα μέτρα προστασίας από τους θεατές γεγονός που μου έχει προκαλέσει πολύ ευχάριστη έκπληξη, εν αντιθέσει με άλλα μέρη, με άλλους τόπους μαζικών συγκεντρώσεων…
 
-Παρ’ όλα αυτά ο πολιτισμός είναι ο πρώτος που έχει πληγεί...
Ναι, είναι αλήθεια. Είμαστε ο εύκολος, αποδιοπομπαίος τράγος. Αυτό πιστεύω. Και δεν το λέω με καμία διάθεση να υπερασπιστώ μόνο τον χώρο μου, ο οποίος, μην το ξεχνάμε,  ζει μόνο από την τέχνη του...
 
 
-Μιλώντας συγκεκριμένα για τη Μήδεια, πρέπει να πούμε ότι διαφέρει από όσα έργα έχεις ανεβάσει ως σήμερα, τα οποία θα λέγαμε ότι ανήκουν στο «βαρύ» ρεπερτόριο, Άλμπι, Μπρεχτ.  Πώς έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου έργου;
Μη μου λες «βαρύ» (γέλια). Τα έργα που διαλέγω, τα επιλέγω επειδή αρέσουν πρώτα σε μένα. Ξεκινά από μια προσωπική ανάγκη του τι εγώ θα ήθελα να δω, και να κάνω ή πως θα ήθελα να περάσω καλά μ’ αυτό το έργο ψυχικά. Σε δεύτερο βαθμό, να κάνω ένα θέατρο που απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, γιατί μ΄ ενδιαφέρει το λαϊκό θέατρο με την καλή σημασία που έχει η λέξη. Που δεν απευθύνεται στην ελίτ, σε διανοούμενος ή σε αυτούς που ξέρουν το έργο ή τον μύθο. Αυτά τα  έργα που θαυμάζω και αγαπώ θέλω να τα μοιραστώ με τον κόσμο. Οπότε δεν πιστεύω σε βαρύ ρεπερτόριο και σε ελαφρύ.
 
Όσον αφορά τη «Μήδεια» του Μποστ, ξεκίνησε από μια ανάγκη μου, καταρχάς, να κάνω κωμωδία. Ήθελα τη φετινή σεζόν να ασχοληθώ με ένα κείμενο που να έχει την ελαφρότητα του κωμικού και να είναι βαθιά ελληνικό. Προέκυψε με τον εξής τρόπο. Εμείς παίζαμε τον «Καλό άνθρωπο του Σε Τσουάν» κι είχαμε στον θίασο στην Αθήνα τη Λήδα Πρωτοψάλτη, η οποία πολλές φορές στην πρόβα αναφερόταν στη Μήδεια, γιατί είχε γράψει μεγάλη ιστορία μ’ αυτό το έργο στο θέατρο «Στοά». Έτσι μου έβαλε στο μυαλό τον σπόρο να «ξαναδώ» αυτό το έργο, διαβάζοντας, όπου το ερωτεύτηκα. Βέβαια το ήξερα το έργο, αλλά έχει να κάνει και με το πότε το διαβάζεις. Ήταν κι η στιγμή που ήθελα να φύγω από το ξένο ρεπερτόριο, φτιάχνοντας κωμωδία. Οπότε κούμπωσε ιδανικά με την παιχνιδιάρικη διάθεση που είχα τότε και τώρα.
 
Είναι ένα έργο που χωρίς να πειράξουμε το κείμενο επιτρέπει στη φαντασία να λειτουργήσει ελεύθερα, παίρνοντας ηθοποιούς που σαν διάθεση είναι παιδιά, καμικάζι, ακόμη και κασκαντέρ. Και τι σημαίνει αυτό; Ερμηνεύουν οποιοδήποτε ρόλο καθώς δεν τους νοιάζει αν είναι μεγάλος ή μικρός στην ηλικία, άμα είναι γυναίκα ή άντρας. Απλά μπαίνουμε να παίξουμε. Κάπως έτσι προέκυψε η Μήδεια.
 
 
-Τι θέλετε να περάσετε στους θεατές με το έργο αυτό;
Το θέατρο δεν έχει όριο στη φαντασία. Κι εμείς θέλουμε σ’ αυτό το κομμάτι να βάλουμε και το θεατή μέσα. Ο θεατής είναι ηθοποιός της παράστασής μας. Παίζει ρόλο στο έργο σημαντικό. Θέλουμε να τον κάνουμε κομμάτι της παράστασης με έναν πολύ ουσιαστικό τρόπο. Είναι πολύ σημαντικό για μένα οι θεατές να βιώνουν την παράσταση, να τη ζούνε κι όχι να την παρακολουθούν. Κι έχει σημασία αυτή η διαφορά. Γιατί όταν παρακολουθείς κάτι, το κρίνεις απ’ έξω. Δε με ενδιαφέρει να κρίνουν τις παραστάσεις μου. Αν είναι καλές ή κακές. Αν τους άρεσαν τα φώτα, τα κοστούμια, τα σκηνικά, η σκηνοθεσία ή να ξεχωρίσουν την ερμηνεία ενός ηθοποιού. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μου πουν τι αισθάνθηκαν, αν πέρασαν καλά ή όχι... Το θέατρο είναι κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μέσα σε δύο ώρες. Είναι ένα θνησιγενές πράγμα κι αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε. Δεν μπορεί να καταγραφεί σε DVD και να μείνει όπως παίχτηκε. Δε μένει στην ιστορία μια παράσταση, παρά μόνο σαν ανάμνηση ή σαν βίωμα. Με αυτήν την έννοια με ενδιαφέρει, ο θεατής να το ζήσει κι όχι απλώς να το παρακολουθήσει, όπως μια ταινία στο σπίτι του. Το θέατρο το δημιουργεί ο ίδιος ο θεατής. Δηλαδή πρέπει να έχει μια μοναδικότητα, τη μοναδικότητα της στιγμής.
 
Και είμαι ενθουσιασμένος που μαζί με τους θεατές πάμε να φτιάξουμε κάτι σε μια δύσκολη συνθήκη.
 
-Πώς έγινε και επέλεξες για το ρόλο της Μήδειας έναν άνδρα, τον Μάκη Παπαδημητρίου;
Δεν μπήκα καν στο δίλημμα αν θα το κάνει άντρας ή γυναίκα. Μου ήρθε ο Μάκης Παπαδημητρίου γιατί τον «είδα» ταιριαστό σε αυτό τον ρόλο…. αλλά για να βρω τον ακριβή λόγο της απόφασής μου καθώς δεν μπορώ να απαντήσω λογικά, χρειάζομαι ψυχανάλυση!
 
 
-Στη Μήδεια έχεις το ρόλο του Ιάσωνα σε διπλή διανομή με τον Νίκο Πουρσανίδη. Πώς και αποφάσεις να παίξεις σε έργο που σκηνοθετείς κιόλας;
Η διπλή διανομή έγινε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων κάποιων συναδέλφων. Εγώ δεν παίζω ποτέ στα έργα που κάνω. Αυτό γίνεται μόνο αν χρειαστεί να καλύψω κάποιον συνάδελφο. Δηλαδή μεσούσης της σεζόν ο Νίκος Πουρσανίδης δέχτηκε μια εξωφρενικά καλή πρόταση για ένα σίριαλ στο εξωτερικό. Μου το είπε και του απάντησα εννοείται να πας, δεν το συζητάω. Εμείς είμαστε συνάδελφοι και θέλω να πας να το κάνεις και θα σε καλύψω εγώ. Τώρα στην περιοδεία η Τζένη Θεωνά, επίσης, επειδή έχει γυρίσματα στην Αθήνα και ένα παιδί ενός έτους, δεν μπορεί να φύγει εκτός Αττικής οπότε κάνω εγώ την καλόγρια. Στη Θεσσαλονίκη για την ακρίβεια θα παίξω και τον Ιάσωνα και την καλόγρια.
 
-Τα τελευταία χρόνια έχεις σκηνοθετήσει παραστάσεις αξιώσεων που έχουν τύχει θερμής αποδοχής από κοινό και κριτικούς. Ποια από αυτές σε δυσκόλεψε περισσότερο ως προς τη σκηνοθετική προσέγγιση;
«Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» είχε το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας. Πρόκειται για ένα έργο που θίγει πάρα πολλά θέματα, που έχει οικουμενικό αλλά και διαχρονικό ενδιαφέρον. Δεδομένου ότι φτιάχτηκε στην Αθήνα σε έναν μικρό χώρο για τέτοιο έργο, από την αρχή με δυσκόλεψε, καθώς είχα και έναν θίασο που ο καθένας έπαιζε πολλούς ρόλους, που όλοι έπαιζαν μουσικά όργανα και με άπειρες αλλαγές. Σημείωσε πως ο Μπρεχτ απαιτεί γενικά πάρα πολύ διάβασμα για να ανεβάσεις έργο του, κι εκείνο το καλοκαίρι, πολύ πριν την πρώτη πρόβα, τόσο πολύ διάβασμα δεν έχω ρίξει για άλλο έργο.
 
Τα άλλα έργα ουσιαστικά ξεκλείδωσαν με μια έμπνευση. Η «Γίδα» με την ιδέα του κουτιού και τη διανομή έγινε ένα μαγικό πάντρεμα μεταξύ των πέντε μας. Η «Μήδεια» με τη συνθήκη του παιχνιδιού, τη μουσική της Μόνικας, τον Μάκη Παπαδημητρίου και με όλους τους ανθρώπους που αγαπήθηκαν μεταξύ τους. Όλοι αφιέρωσαν κόπο από τη ζωή τους για να φτιάξουμε αυτό το έργο.
 
-Διάβασα ότι έχεις κάνει σπουδές ψυχολογίας και δημοσιογραφίας. Σε βοήθησαν οι σπουδές αυτές στη δουλειά  σου ως  σκηνοθέτη;
Ναι, οι βασικές σπουδές μου ήταν σε Ψυχολογία και δημοσιογραφία, τις όποιες, το σημαντικό είναι πως ολοκλήρωσα. Ότι σπουδάσει κανείς, ανεξαρτήτως αν το ασκήσει επαγγελματικά ή όχι, έχουν πάντα μεγάλη σημασία βοηθώντας την εξέλιξη στη ζωή του καθενός. Προσωπικά η ψυχολογία με καθόρισε και με βοήθησε πάρα πολύ κυρίως σκηνοθετικά και σε δεύτερο βαθμό υποκριτικά. Επιπροσθέτως, στον σημαντικό τομέα της διαχείρισης μιας ομάδας, μεταφέροντας μια πρόταση (ιδέα) ενώνοντας τους ηθοποιούς ώστε να νιώσουν δημιουργικοί.
 
Ο σκηνοθέτης δεν είναι τροχονόμος. Δε λέει εσύ δεξιά, εσύ αριστερά, εσύ πες τα έτσι και τελειώσαμε. Είναι ο συνδετικός κρίκος της ομάδας, γι ‘ αυτό απαιτεί τρομερή αυτοσυγκράτηση σε πολλά και κυρίως ψυχραιμία. Για μένα είναι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος, που κακά τα ψέματα, ηγείται μιας ομάδας. Διότι αν δεν είναι ψύχραιμος θα κινδυνεύσει όλο το οικοδόμημα και θα παρθούν βιαστικές αποφάσεις. Οπότε οι σπουδές στην ψυχολογία με βοήθησαν πολύ ενώ της δημοσιογραφίας, στη διαχείριση του άγχους, διότι η δημοσιογραφία είναι πιο αγχώδες επάγγελμα από αυτό του ηθοποιού.
 
 
-Ο ηθοποιός βασίζεται στην αποδοχή των άλλων.
Ασφαλώς. Ο ηθοποιός είναι από τη φύση του ναρκισσιστικό επάγγελμα. Όποιος λέει ότι δεν είναι νάρκισσος είναι ψεύτης. Διότι όταν ζητάς από τον άλλον να σε δει, είτε να δει εσένα επί σκηνής, είτε να δει το δημιούργημά σου, ακόμα κι αν εσύ δε φαίνεσαι, όπως είναι ένας συντελεστής, είσαι νάρκισσος με έναν τρόπο κι είναι θεμιτό αυτό. Ο ζωγράφος που ζωγραφίζει για να κρύβει τους πίνακές του στο σπίτι του, δεν είναι ζωγράφος για μένα. Δημιουργούμε για τον εαυτό μας κυρίως, αλλά αν μείνει σε μας μόνο δε συνιστά επαγγελματική, αλλά ερασιτεχνική τέχνη…
 
-Για τη χειμερινή περίοδο ανακοινώθηκε ότι ετοιμάζεις τις «Μάγισσες του Σάλεμ» Ο δύσκολος χειμώνας που προβλέπεται για το θέατρο επηρέασε την επιλογή σου;
Το έργο το είχα αποφασίσει πριν την κρίση του Covid κι ο δύσκολος χειμώνας που προβλέπεται δε με επηρέασε καθόλου στο να αλλάξω έργο. Βέβαια οι 99 άνθρωποι στους 100, ή μάλλον 98, γιατί οι δύο το δέχτηκαν, μου είπαν ότι είμαι τρελός, επί λέξει, κι ότι πρέπει να αλλάξω έργο και να κάνω ένα έργο με δυο, τρεις, τέσσερις ανθρώπους, κάτι πιο χαρούμενο.
 
Μου έδιναν το θέατρο, μου έδιναν την παραγωγή, είχα δηλαδή τον χρηματοδότη, είχα ό, τι ήθελα , αρκεί να έβρισκα άλλο έργο. Δε με ενδιέφερε όμως να μπω στη λογική του ότι προβλέπεται δύσκολος χειμώνας. Δεν είμαι σ’ αυτόν τον χώρο για να ικανοποιώ τις ανάγκες των άλλων. Οπότε θα κάνω αυτό που θέλω, με όποιο ρίσκο έχει. Δεν είναι υποχρεωμένος κανείς να ακολουθήσει. Μπορεί να μου πουν όλοι όχι. Ώριμοι άνθρωποι είναι όλοι, ξέρουν πως έχει η κατάσταση. Όποιος ακολουθήσει την ιδέα μου παίρνει και την ευθύνη να την ακολουθήσει. Εγώ δε θα αλλάξω την επιλογή μου. Δεν μπορείς να αποχωριστείς τον ερωτά σου, επειδή στο λένε…
 
Γενικά είμαι της άποψης πως στη ζωή  όταν θες κάτι πολύ, το κυνηγάς, το διεκδικείς και το κατακτάς. Ακόμα και στην προσωπική ζωή. Δεν αφήνεις εύκολα αυτά που αγαπάς.
. 

.
-Πάντως έχουν ακυρωθεί αρκετές παραγωγές που ήταν να γίνουν και δε θα γίνουν. Αλλάζουν τα έργα τελευταία στιγμή.
Το ξέρω. Εμείς πάντως προχωράμε κανονικά και μόνο αν  μας …κλείσουν δε θα το κάνουμε. Είμαι πολύ χαρούμενος που και ο Γεράσιμος Σκαφίδας, συνεργάτης μου πολλά χρόνια, που είχαμε μαζί τη διεύθυνση του «Θησείου» και έχει κάνει την παραγωγή στα περισσότερα έργα που έχω σκηνοθετήσει, και ο Γιώργος Ισαάκ με την εταιρεία «People» που είναι πλέον οι συνεταίροι μας, αλλά και τα «Αθηναϊκά Θέατρα» με τον Διονύση Παναγιωτάκη (Εμπορικό, Πειραιώς 131), δέχτηκαν και μπήκαν πολύ θερμά σ ‘αυτήν τη δουλειά που λέγεται «Οι μάγισσες του Σάλεμ». Τους ευχαριστώ πολύ που πίστεψαν σ’ αυτήν την ιδέα κι είναι πολύ τιμητικό που το κάνουν. Επίσης η «Γίδα» θα πάει για τρίτη χρονιά, Τετάρτη με Κυριακή, στο θέατρο «Αθηνών», σε ένα πιο μεγάλο θέατρο. Η αποδοχή αυτής της παράστασης με κάνει απίστευτα χαρούμενο γιατί είναι ένα έργο αρκετά προκλητικό. Για το οποίο επίσης μου έλεγαν ότι είμαι τρελός που το κάνω στην Ελλάδα. Όμως και σε αυτήν την περίπτωση δεν άλλαξα γνώμη.
.
.
-Μιλώντας για τη Γίδα να πούμε ότι βραβεύτηκε από τα θεατρικά βραβεία της Κουλτουρόσουπας με 6 βραβεία, τα περισσότερα που έχει λάβει ποτέ παράσταση στην ιστορία του θεσμού. Εσύ πιστεύεις  γενικά στο θεσμό των βραβείων και πώς αισθάνθηκες με αυτήν την βράβευση;
Πιστεύω ότι τα βραβεία είναι μία όμορφη εκδήλωση που σε τιμάει και που σε κάνει χαρούμενο, γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους άρεσε η δουλεία σου. Ασφαλώς θα χαρώ αν πάρω κάποιο βραβείο και θα στεναχωρηθώ αν δεν το πάρω, γιατί είναι μία επιβράβευση των κόπων σου αλλά δεν είναι επισημοποίηση της αξίας σου και δεν αποτελεί καταξίωση. Δεν πιστοποιεί, δηλαδή, το ποιος είσαι. Αν είσαι καλός, κακός, μέτριος κτλ. Το βραβείο δεν ορίζει αν είναι καλή η παράσταση ή ότι άρεσε ή δεν άρεσε. Άρεσε σ ‘αυτούς που της έδωσαν το βραβείο και χαίρομαι που τους άρεσε. Αλλά δε σημαίνει ότι άρεσε σε όλους, ούτε ότι εγώ είμαι καλός σκηνοθέτης. Τα βραβεία μου δεν πρέπει να λένε τίποτα για τη δουλειά την καινούρια που κάνω τώρα. Πιστοποιούν ότι εγώ θα κάνω τις «Μάγισσες του Σάλεμ» καλά; Ή ότι θα σου αρέσουν οι «Μάγισσες» επειδή σου άρεσε η «Γίδα» και πήρε έξι βραβεία; Δε μ’ αρέσει να το βλέπω έτσι, γιατί κάθε φορά θέλω να ξεκινάω από το μηδέν. Πρέπει η δουλεία που κάνουμε να είναι μια επανεκκίνηση. Όπως ο ηθοποιός κάθε μέρα παίζει και «πεθαίνει» τον χαρακτήρα του και τον «ξαναγεννά» εκ νέου, το ίδιο πρέπει να είναι και για τον σκηνοθέτη.
 
Βίντεο από τη βράβευση, σκηνοθεσία και καλύτερη παράσταση 2019, «Η γίδα η ποια είναι η Σύλβια;»
1111
22
 
-Έχεις δηλώσει πως « Η γίδα ή ποια είναι η Σύλβια» ήταν όνειρο ζωής για σας. Υπάρχουν άλλα τέτοια όνειρα;
Ναι, τις «Μάγισσες του Σάλεμ» και τη «Γυναίκα με τα μαύρα» που θα κάνω επίσης φέτος. Κάθε φορά που με ρωτάνε ποια είναι η καλύτερή σου παράσταση, τους απαντώ, αυτή που παίζω τώρα. Ή ποιοι είναι οι καλύτεροι ηθοποιοί στην Ελλάδα; Aυτοί που συνεργάζομαι τώρα. Ποια είναι τα όνειρά μου; Αυτά που πάω να κάνω τώρα είναι. Από κει και πέρα υπάρχουν και δύο άλλα έργα που θέλω να κάνω το 2021-22 που δεν μπορώ να αναφέρω τώρα, γιατί πω μπορεί να τα κάψω... Μπορώ να πω όμως ότι είναι δυο ιδέες που έχουν να κάνουν αρκετά με την Ελλάδα και δεν εννοώ το 1821… Δεν είμαι των επετείων ( γέλια). Πάντως δε θα είναι από ξένο ρεπερτόριο.
 
-Eίσαι νέος και ήδη καταξιωμένος στο χώρο του θεάτρου. Σπουδαίοι ηθοποιοί σου προτείνουν συνεργασίες. Σε αγχώνει το γεγονός ότι μπορεί κοινό και κριτικοί να περιμένουν πολλά από σένα στο μέλλον;
Καθόλου. Τι να αγχωθώ. Αυτοί ας αγχωθούν, εγώ γιατί; (γέλια). Δεν υπάρχω για να επιβεβαιώνω ούτε να διαψεύδω κανέναν. Ούτε καν τη μαμά μου και τον μπαμπά μου. Δε με ενδιαφέρει να δώσω αυτό που περιμένεις, έτσι κι αλλιώς. Ούτε όμως και το ανάποδο. Δηλαδή δε θα πω: «α, αυτό δε θα το περιμένει κανείς, θα κάνω αυτό». Εν ολίγοις, δε με ενδιαφέρει τι περιμένει ο άλλος, αλλά τι θέλω να κάνω εγώ…
.
-Μιας και μιλάμε για το τι θέλεις να κάνεις, θα σε ενδιέφερε να σκηνοθετήσεις για την τηλεόραση;
Θα σκηνοθετούσα μόνο αν είχα τις κατάλληλες γνώσεις. Με ενδιαφέρει η υποκριτική στην τηλεόραση, ειδικά σε καλά σενάρια. Έχω παίξει πολύ στην τηλεόραση, για την ηλικία μου. Έπαιξα τέσσερις σεζόν στο «Durrells» που ήταν αγγλική παραγωγή. Αλλά η σκηνοθεσία στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο απαιτεί μια τεχνογνωσία που δεν την έχω. Αν την αποκτήσω, αν παιδευτώ πάνω σ’ αυτήν, θα με ενδιέφερε. Επίσης η πρόθεση έχει μεγάλη σημασία. Εγώ δε θέλω να μπω σε κάτι αν δεν το αγαπάω. Άμα το αγαπάω θέλω να το φροντίσω κιόλας. Οπότε αν έκανα τηλεόραση θα ήθελα να κάνω κάτι καλό, κάτι που να νιώθω όμορφα. Αλλά είναι ωραίο μέσον η τηλεόραση, μπορείς να κάνεις όμορφες δουλειές.

Σε ευχαριστώ.

.
-k-
.
ΤΡΙΤΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Θέατρο Γης
«Μήδεια» του Μποστ.

Στη Μήδεια, ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Μπόστ) ξεκίνησε να γράψει ένα έργο βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη και κατέληξε να μιλάει σε δεκαπεντασύλλαβο για μια γυναίκα στυγνή, κακούργα δολοφόνισσα, που έσφαξε τα παιδιά της επειδή ήτανε κάτι παλιόπαιδα που δεν παίρνανε τα γράμματα και δεν θέλανε να δουλέψουν. Σαν να μην της έφταναν όλα αυτά είχε κι έναν άντρα, τον Ιάσωνα, που την κεράτωνε από πάνω με μία καλόγρια! Έτσι, θολωμένη η Μήδεια αρπάζει το χασαπομάχαιρο απ’ την κουζίνα και φευ! Αντί να σφάξει τα παιδιά της σκοτώνει κάτι συμμαθητές τους που είχανε πάει στο σπίτι να τα συναντήσουν.

Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. 
Ερμηνεύουν: Μάκης Παπαδημητρίου, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Γιάννης Δρακόπουλος,Νικορέστης Χανιωτάκης, Γεράσιμος Σκαφίδας, Μπέτυ Αποστόλου, Άννα Κλάδη.

Ήμερες και ώρες παραστάσεων: Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου στις 21:00
.
5 υποψηφιότητες στα 10 Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης 2020:
Καλύτερη παράσταση Χρονιάς 2020, σκηνοθεσία (Νικορέστης Χανιωτάκης), Β’ Ανδρικού (Γιάννης Δρακόπουλος), ερμηνευτικού συνόλου, Νέου προσώπου (Άννα Κλάδη).
.

Πλάνα από τη παράσταση στο θέατρο Αυλαία.
.


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

kulturosupa.gr
kulturosupa.gr

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή