Μια κυρία του θεάτρου μας, η κυρία Κάτια Γέρου, μιλάει στην Κουλτουρόσουπα.

3286 Views
Μια κυρία του θεάτρου μας, η κυρία Κάτια Γέρου, μιλάει στην Κουλτουρόσουπα. Μια κυρία του θεάτρου μας, η κυρία Κάτια Γέρου, μιλάει στην Κουλτουρόσουπα.

Μια κυρία του θεάτρου μας, η κυρία Κάτια Γέρου, μιλάει στην Κουλτουρόσουπα.

Όταν την σκέφτεσαι σε διαποτίζει μια ηρεμία δημιουργική και όταν την παρακολουθείς στη σκηνή νιώθεις ήσυχος, νιώθεις πλούτο, νιώθεις τη χρόνια νομοτέλεια της μαθητείας και τον κόπο που φέρει το ταλέντο για να ξεδιπλωθεί. Όταν τη συναντήσαμε, μας άνοιξε απλόχερα τα χέρια, μας υποδέχθηκε ως φίλους καρδιακούς και χρόνια οικείους. Ακούραστη, φιλική, ευγενική και εξαιρετικά συνεργάσιμη. Δεν χρειάζεται φλύαρες συστάσεις. Τριάντα χρόνια μας εμπνέει με τη τέχνη της, τριάντα χρόνια και η ίδια μας αφουγκράζεται. Παιδί του Θεάτρου Τέχνης, το οποίο δεν εγκατέλειψε ουσιαστικά ποτέ, συνεχίζει να δουλεύει (έτσι το χρησιμοποιεί το ρήμα) με πάθος και θερμοκρασίες που πατούν σύγχρονα, συνεχίζει να δουλεύει σε θεματικές που συχνά επιβεβαιώνονται λίγο μετά. Κάπως έτσι τη συναντήσαμε και εμείς, προβληματισμένοι αρκετά και στο φόρτο μιας νέας θεατρικής χρονιάς, μιλήσαμε για πολλά.

Μια κυρία του θεάτρου μας, η κυρία Κάτια Γέρου, μιλάει στην Κουλτουρόσουπα.

Αρχίζοντας να σας ρωτήσω αν πρώτη φορά δίνεται συνέντευξη σε ιντερνέτ-ικο μέσο ή έχετε ήδη εξοικειωθεί με κάποιο τρόπο.

Δεν είναι η πρώτη φορά, όμως με τίποτα δε μπορώ να πω ότι είμαι εξοικειωμένη. Δεν ξέρω να γράφω κείμενο στον υπολογιστή, να στέλνω εμαίλ, να μπαίνω στο διαδίκτυο. Και στο γραπτό μου λόγο ακόμα γράφω στο πολυτονικό σύστημα! Δεν καυχιέμαι βέβαια για όλα τα παραπάνω, είναι ένα είδος «αναπηρίας», ας πούμε…

Τις σελίδες πολιτισμού στο διαδίκτυο τις παρακολουθείτε ή υπάρχει κάποιος που σας ενημερώνει σχετικά.

Επομένως δεν μπορώ να παρακολουθήσω τίποτα.  Αραιά και που, κάποιος φίλος μπορεί να δει κάτι και να με ενημερώσει. Και έτσι το μαθαίνω και εγώ.

Η αλήθεια είναι ότι εμείς έχουμε ξανασυναντηθεί, με αφορμή το βιβλίο σας, “Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδίας” των εκδ. Καλειδοσκόπιο, το οποίο είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στον ιστοσελίδα μας . Πριν μας γνωρίζατε;

Βεβαίως έχουμε ξανασυναντηθεί. Ζήτησα να μου τυπώσουν το κείμενό σας αναφορικά με το βιβλίο μου, «Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς», και το φύλαξα γιατί με είχατε συγκινήσει πολύ. Όσο για το αν γνώριζα την Κουλτουρόσουπα, η απάντηση μου δυστυχώς έχει ήδη δοθεί από την αρχή της συνέντευξης!

Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς… μια φράση που ειπώθηκε σε πρόβα από το δάσκαλό σας και σπουδαίο θεατράνθρωπο της χώρας μας, Γιώργο Λαζάνη. Αλλάζουν λοιπόν οι παλμοί της καρδίας του ηθοποιού, τη στιγμή της ερμηνείας και της ενσάρκωσης ενός ρόλου;

Το θέατρο είναι συμπύκνωση χρόνου και χώρου. Ένας Σαιξπηρικός ήρωας ας πούμε, μέσα σε δυόμιση ώρες σκηνικού χρόνου, ζει τα γεγονότα που έχουν συμβεί μέσα σε πολλά χρόνια. Μεταφέρεται πχ από το πεδίο μιας μάχης, στο παλάτι του, κατόπιν σε μια γιορτή όπου βρίσκεται στο απόγειό της δύναμής του, μετά σε μια φυλακή και τελικά πεθαίνει… Αν δεν αλλάξουν οι παλμοί της καρδιάς του, η διαδικασία αυτή ακυρώνεται. Και απλώς λέμε «αξιοπρεπώς» τα λόγια μας, εμείς οι ηθοποιοί.
 

Και μένοντας στο ρήμα “αλλάζω” πιστεύεται ότι άλλαξε το θέατρο στις μέρες μας ή άλλαξε έστω με τον καιρό η θεατρική εμπειρία όλων μας, ερμηνευτών, δημιουργών και κοινού.

Μια αλλαγή που βλέπω και που τη χαίρομαι είναι η κινητικότητα των νέων καλλιτεχνών και των νέων ομάδων, πολλές φορές με δυνατά αποτελέσματα. Όσο για το αν άλλαξε η θεατρική εμπειρία όλων μας –πολύ εύστοχη φράση- πραγματικά δε ξέρω να απαντήσω. Σίγουρα εξοικειωθήκαμε με νέους τρόπους έκφρασης, μάθαμε να μη “διαβάζουμε” μονοδιάστατα τα έργα, οι νέοι ηθοποιοί είναι πολύ πιο άρτια εκπαιδευμένοι, σωματικά και φυσικά, από τις προηγούμενες γενιές.
Όμως αυτό είναι το ζητούμενο; Για μένα όχι . Ζητάω από το θέατρο να με «στεναχωρήσει», να με αφήσει άναυδη και απορημένη, να με κάνει να γελάσω και να κλάψω, να σκεφτώ, να βγω μετά την παράσταση και να θέλω να συμμετάσχω στην αλλαγή του κόσμου. Όχι μόνο να έχω “περάσει καλά”. Άσε που αν έχουν συμβεί όλα τα παραπάνω σίγουρα έχω περάσει καλά. Όμως αυτό δε συμβαίνει συχνά και σας μιλάω και ως δημιουργός και ως θεατής.

Σας ρωτώ διότι στις υπόλοιπες τέχνες πχ. τη ζωγραφική πριν την εφεύρεση της φωτογραφίας και μετά αυτής, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Από τη νατουραλιστική απεικόνιση φτάσαμε σε μια αφαίρεση/αποτύπωση περισσότερο εσωτερική και εσώψυχη, σαν κάτι να απελευθέρωσε τους ζωγράφους της εποχής…

Σίγουρα συνέβη αυτό που λέτε, όμως εγώ, χωρίς να έχω ιδιαίτερες γνώσεις, μένω έκθαμβη σήμερα και μπροστά “Της σχολής των Αθηνών» του Ραφαήλ και μπροστά σε ένα πίνακα του Μπέικον. Θέλω να πω δηλαδή ότι η ελευθερία, η εσωτερική αποτύπωση μπορεί να υπάρχει και στο κλασσικό έργο και στο σύγχρονο έργο.

30 χρόνια θέατρο λοιπόν, μια ζωή στη ζωή θα έλεγε κανείς, ξεκινώντας από τη μαθητεία και την θεατρική πράξη της Φρυνίχου (Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν) μέχρι σήμερα. Τι έμεινε, αλήθεια, ακόμα για σας; Ρωτώ γιατί είχατε τη χαρά να ερμηνεύσετε μια σειρά ηρωίδων σημαντικού ρεπερτορίου. Κασσάνδρα, Ιφιγένεια, Άλκηστις, Ισμήνη αλλά και Μπλανς Ντυμπουά, Δεσποινίς Τζούλια, Μίννη η αθώα, Ροζαλίντα, Εστραγκόν κτλ. Πιστεύεται σε μια νοητή συσχέτιση των παραπάνω ρόλων ή η ετερότητα τους δίνει ένα κάποιο σύνολο, μια αυτάρκεια, σε ότι σας αφορά.

Οι ρόλοι που συνάντησα είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Νιώθω ευγνωμοσύνη και χαρά για τη συνάντηση μου μαζί τους, αυτάρκεια όμως όχι. Ούτε δέκα ζωές δε σε φτάνουν για να μάθεις την τέχνη του θεάτρου.

Και ναι συνεχίζετε να δημιουργείτε. Τι θα επιθυμούσατε να συναντήσετε πια, υπάρχει κάποιου είδους περιέργεια ή κάτι το ανεξερεύνητο στην τέχνη σας

Υπάρχει πια εκ μέρους μου η απόλυτη περιέργεια –πολύ μεγαλύτερη- απ’ όση υπήρχε στα χρόνια της νεότητάς μου. Γιατί η νεανική περιέργεια προερχόταν απ’ την άγνοια, η σημερινή από τη γνώση. Ξέρω λοιπόν ότι ακόμη και αν έχω κατακτήσει κάτι σε επίπεδο, ας πούμε αμεσότητας, ρευστότητας, εξερεύνησης διαφορετικών στυλ παιξίματος κτλ αυτό που μένει να βρεθεί ακόμη από εμένα, είναι πολύ μεγαλύτερο σε έκταση απ’ αυτό που ήδη βρέθηκε. Αυτή είναι η φύση του θεάτρου. Ζητάει πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορείς να προσφέρεις.

Παράλληλα με ότι καλλιτεχνικό και ερμηνευτικό διδάσκετε. Πως είναι να περνούν οι νέες γενιές από τα χέρια σας;

Είναι μεγάλη ευθύνη. Γιατί το μάθημα της υποκριτικής δεν είναι μόνο μετάδοση των γνώσεων του δασκάλου στο μαθητή. Δουλεύεις με μια έννοια και πάνω στην προσωπικότητα του άλλου. Τον βοηθάς να ξε-φοβηθεί, να απαλλαγεί από τα «κόμπλεξ» του, του μαθαίνεις την έννοια της ταπεινότητας δηλ. να αντέχει αυτόν τον καταλογισμό διορθώσεων και αυστηρών παρατηρήσεων που συνοδεύουν μέχρι τέλους τη ζωή ενός ηθοποιού. Τον βοηθάς να πλησιάσει τα οδυνηρά μυστικά μέρη του εαυτού του, γιατί από κει θα αντλήσει το υλικό για τους μελλοντικούς ρόλους. Είναι λοιπόν ευθύνη.

Συγκρούεται με κάποιο τρόπο η διδασκαλία σας με την καθεαυτό τέχνη σας, γιατί από συναδέλφους σας (που πράττουν τα ίδια) ακούω ενίοτε παράπονα.

Βεβαίως και συγκρούεται γιατί μας αφαιρεί χρόνο από την προσωπική μου μελέτη. Έτσι κι αλλιώς ο δημιουργικός χρόνος είναι περιορισμένος και η διδασκαλία τον περιορίζει κι άλλο.

Αντέχεται σωματικά για όλα αυτά;

Ευτυχώς αντέχω ακόμη.

Συνηθίζω να λέω για τον εαυτό μου, ότι είμαι ένας υπαίθριος τόπος ενάμιση και κάτι μέτρων, που του αρέσει να παρακολουθεί και αστικό θέατρο. Πως σας ακούγεται αυτό;

Μου ακούγεται χαριτωμένο και ποιητικό! Εύχομαι και για σας και για μένα και για όλους, τα επόμενα χρόνια να παρακολουθήσουμε και επαναστατικό θέατρο.

Υπάρχει στα αλήθεια αγαπημένο κοινό ή διακονείται θεατρικά τους πάντες…

Όχι δεν υπάρχει για μένα ένα ιδιαίτερο αγαπημένο κοινό. Αγαπημένο είναι το κοινό της κάθε μέρας, που με τιμά με την παρουσία του. Κι ακόμη και αν είναι «άτακτο» ή ασυγκίνητο τους το «συγχωρώ». Για μας τους ηθοποιούς το κοινό είναι ιερό, χωρίς τα μάτια του, η τέχνη μας δεν υπάρχει. Και κάτι ακόμη που ενισχύει το δεσμό μας: Μεγαλώνουμε, ενηλικιωνόμαστε μαζί.

Εν τούτοις παραμένετε αθόρυβη. Σπάνια να σας συναντήσει κανείς στα ΜΜΕ και αν τύχει, θα είναι στα πλαίσια μια ακόμα δημιουργικής δουλείας… υπάρχει λόγος που σας συμβαίνει αυτό! Και επιμένοντας σε αυτό, το ακριβοθώρητο σας, ως συνήγορος του διαβόλου, θα ρωτήσω αν είναι ένα αίσθημα λίγο επιθετικό ή είναι εκείνο το όμορφο παιδικό, ελάτε εσείς να με βρείτε!

Όσες φορές κάποιος ενδιαφέρθηκε για τη δουλειά μου, πάντα ανταποκρίθηκα. Ποτέ δεν έκλεισα το τηλέφωνο λέγοντας: «Ά εγώ δεν έχω ανάγκη από συνεντεύξεις, διότι είμαι αντιστάρ ή δε με νοιάζει η προώθηση της παράστασης». Θα την κοινοποιήσω με σήματα καπνού από την ταράτσα μου;
Απλώς για πολλά και μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν υπήρχε ενδιαφέρον από την άλλη πλευρά, την πλευρά του τύπου και των πολιτιστικών στηλών. Και όπως φαντάζεστε, το να προκαλέσω εγώ το ενδιαφέρον μου είναι αδιανόητο και δεν καταδέχτηκα ποτέ να το κάνω. Τώρα γιατί δεν υπήρχε ενδιαφέρον; Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Πρώτον, τα καλά και δημιουργικά μου χρόνια συνέπεσαν με τη δεκαετία της εντονότατης αμφισβήτησης του Θεάτρου Τέχνης. Τότε που η είδηση δεν ήταν, ως θα όφειλαν, οι παραστάσεις του Τέχνης αλλά τα χρέη του. Είχαμε φτάσει πια στο σημείο να πιστεύουμε ότι μόνον εμείς χρωστούσαμε σε όλη την επικράτεια και μόλις πριν τρία χρόνια μάθαμε, ότι χρωστούσαν οι πάντες! Η ζημιά όμως είχε γίνει. Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα.

Δεύτερον, τα ίδια χρόνια, η άνθηση της ιδιωτικής   τηλεόρασης και η έκρηξη των σίριαλ, έκανε τους ηθοποιούς που δεν δούλευαν στην τηλεόραση να θεωρούνται κάτι σαν «μη ηθοποιοί», αφού δεν ήταν αναγνωρίσιμοι. Επομένως   δεν υπήρχε ενδιαφέρον για τη δουλειά των «μη ηθοποιών». Βεβαίως υπήρξαν εξαιρέσεις. Αυτές οι εξαιρέσεις στήριξαν τη δουλειά όσων ήμασταν σ’ αυτή την κατηγορία. 

Τρίτον, τα θέματα. Παράδειγμα, το 2001 στο «Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού» παρουσιάστηκε “Ο δρόμος προς τη Δύση” του Κυριάκου Κατζουράκη, με θέμα τη μετανάστευση. Υπήρχε θέατρο, ζωγραφική και η αρχή της ομώνυμης ταινίας. Μόνο σε μια εφημερίδα υπήρξε παρουσίαση αυτής της δουλειάς. Ενδιαφέρον μηδέν. Γιατί; Ξέρω εγώ; Ίσως γιατί βιαζόμασταν λίγο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες, την εποχή της «Ισχυρής Ελλάδας» οπότε τι μετανάστες και κουραφέξαλα να συζητάμε τώρα και να χάνουμε την ώρα μας. Το θέμα δεν ήταν ακόμα “καυτό” δεν ήταν “in”. Όμως υπήρχε. Δεν το επινοήσαμε εμείς. Όλα τα σημάδια υπήρχαν. Και έτσι, σαν τελική απάντηση στην ερώτηση σας, σκέφτομαι ότι, σχεδόν πάντα έχω πολύ δυσκολευτεί στην κοινοποίηση της δουλειάς μου.

Ναι, γνωρίζω ότι με το σύντροφο της ζωής σας, τον σημαντικό εικαστικό Κυριάκο Κατζουράκη, σας έχει απασχολήσει από κοινού και δημιουργικά το ζήτημα των μεταναστών. Μιλήστε μας λίγο περισσότερο για την εμπειρία σας;

Ήταν τρία χρόνια εντατικής δουλειάς, χωρίς διάλλειμα. Βγήκαμε με μια κάμερα στο δρόμο, μπήκαμε σε σπίτια και καταυλισμούς, μιλήσαμε με εκατοντάδες ανθρώπους. Μας τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους. Χάσαμε τον ύπνο μας όλο αυτό το διάστημα. Αντικρίσαμε έναν ασύλληπτο πόνο και νιώσαμε ανεπάρκεια και ενοχή και ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες. Οι αμαρτίες της Ευρώπης μας παρουσιάστηκαν σε όλο το μεγαλείο τους. Έρχομαι στη χώρα σου, την ονομάζω αποικία μου, κλέβω τα πλούτη της, εγκαθιστώ δικτάτορες και μετά φεύγω, αφήνοντας συντρίμμια πίσω μου. Όταν εσύ ο κάτοικος της αποικίας μου ζητήσεις καταφύγιο απλώς σε πετάω στη θάλασσα και σε αφήνω να πνιγείς. Κατάλαβέ το είσαι βάρος και μπελάς. Και μια ακόμα συνειδητοποίηση από όλη αυτή την εμπειρία.
Εάν το επάγγελμά μου είναι η τέχνη και γίνατε πχ πόλεμος στη χώρα μου, έχω δύο επιλογές: Ή να ανεβάσω τις Τρωάδες όπως δεν ανέβηκαν ποτέ μέχρι τώρα ή να γράψω το δικό μου κείμενο. Αυτό το τελευταίο κάναμε εμείς τότε με το «Δρόμο προς τη Δύση». Αυτό συμβουλεύω τους μαθητές μου να κάνουν. Κι αυτό επιθυμώ να κάνω στο μέλλον.

Ελλάδα του 2013, πόσο συντονισμένη παραμένετε με την καθημερινότητα;

Απόλυτα συντονισμένη. Διαβάζω καθημερινά εφημερίδες και βιβλία για την κρίση, βλέπω ντοκιμαντέρ, μιλάω με φίλους μου και μιλάω με αγνώστους όπου βρεθώ κι όπου σταθώ. Παρατηρώ την καθημερινότητα μου ή τις συνθήκες στη δουλειά να αλλάζουν προς το χειρότερο και τουλάχιστον δεν έχω τύψεις ότι ζω κάπου που δε με αγγίζει τίποτα. Αναρωτιέμαι πως αυτοί που δεν τους αγγίζει τίποτα, μπορούν και κοιμούνται τα βράδια.

Και είναι πραγματικότητα αναφορικά με το επάγγελμα του ηθοποιού ότι οφείλει να διατηρεί τη μνήμη του, ως εργαλείο πολύτιμο. Προσωπικά σας ωφελεί ή αποτελεί στιγμές τροχοπέδη, ούσα και εσείς μια πολίτης ενός λαού που συνηθίζει να ξεχνά.

Χωρίς τη μνήμη μας είμαστε άγραφα χαρτιά και κύμβαλα αλαλάζοντα. Χωρίς τη μνήμη μας δεν έχουμε αισθήματα, γινόμαστε «ζόμπι». Δε μπορούμε πχ να οργιστούμε με ό,τι μας διέλυσε και να αποδώσουμε φόρο τιμής σε ότι μας βοήθησε. Η μνήμη είναι εργαλείο και όπλο για την αλλαγή προς το καλύτερο και τη δικαιοσύνη. Γι αυτόν το λόγο ακριβώς καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να μην υπάρχει.

Κα Γέρου η γνωστή ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα τα τελευταία χρόνια συνδέει δημοσίως και άμεσα στο θέμα της Ευρωπαϊκής μετανάστευσης με τη μητρότητα. Η θεωρία της υποστηρίζει ότι «η μητρότητα είναι να μπορείς να βλέπεις τα πράγματα μέσα από την πλευρά του άλλου» κάνοντας μια υπέρβαση. Και πιστεύει ότι στην Ευρώπη έχουμε τα εργαλεία (πολιτιστικά και θεσμικά) ώστε να υποδεχθούμε τους μετανάστες σχεδόν μητρικά, βλέποντας και από τη δική τους πλευρά. Πως τα καταλαβαίνεται όλα αυτά;

Δεν ήξερα τη φράση και τις σκέψεις της Κρίστεβα περί μητρότητας και μετανάστευσης. Την βρίσκω υπέροχη και ποιητική αλλά βαθιά ουτοπική. Δεν συμμερίζομαι την πίστη της ότι η Ευρώπη έχει τα θεσμικά εργαλεία για να υποδεχτεί τους μετανάστες. Η Ευρώπη δε θα υπήρχε έτσι όπως υπάρχει χωρίς την αποικιοκρατία της. Ούτε μουσεία θα είχε, ούτε καθεδρικούς ναούς, αν δεν είχε συντρίψει και εκμεταλλευτεί χώρες, αν δεν είχε δημιουργήσει μετανάστες. Συγχωρέστε τον κυνισμό μου αλλά αυτό πιστεύω.

Για φέτος από 1 Νοεμβρίου « Μια ξεχωριστή μέρα», Έτορε Σκόλα ιταλικός κινηματογράφος (ακανθώδες το θέμα) στο ελληνικό θεατρικό σανίδι και συγκεκριμένα σε ένα καινούργιο θέατρο. Τι έχουμε να περιμένουμε;

Το έργο μιλάει για το ρατσισμό, τη μοναξιά, το φασισμό. Σκηνοθέτης είναι ο Βασίλης Νικολαΐδης. Είναι η 4η φορά που συνεργαζόμαστε και φιλοδοξούμε να συνεχίσουμε. Νιώθω ότι έχουμε βρει μια κοινή γλώσσα. Με το Νίκο Νίκα εκτός από τη φιλία που μας συνδέει, μας συνδέουν και οι κοινοί μας στόχοι πάνω στην υποκριτική. Θέλαμε εξ’ αρχής τα ίδια πράγματα και αυτά προσπαθήσαμε να υλοποιήσουμε. Σ αυτές τις πρόβες για μένα υπήρχαν ιδανικές συνθήκες εργασίας. Όσο για το Scrow Theater ήταν μια ακόμη ευτυχής συνάντηση. Είναι ένα καινούργιο θέατρο που το διαχειρίζεται μια ομάδα νέων καλλιτεχνών, συνειδητοποιημένων, ακούραστων και ικανότατων.

Θα θέλατε να περιοδεύσει αυτή η παράσταση;

Θα το ήθελα πάρα πολύ. Απλώς όταν πίσω από κάποια παράσταση δεν υπάρχει κάποιος παραγωγός ή θεσμός, η μετακίνηση της απαιτεί πολύ κόπο από τους συντελεστές. Το έχω κάνει κάποιες φορές και ξέρω πως είναι. Μακάρι ο φόβος αυτός του κόπου να μην αναστείλει την επιθυμία μας να περιοδεύσει η παράσταση.  

Τελειώνοντας, μοιραστείτε μαζί μας, μια προσωπική σας ξεχωριστή μέρα;

Ξεχωριστές μέρες για μένα τα τελευταία χρόνια, είναι οι μέρες όπου συναντιόμαστε κάποιοι καλλιτέχνες, ονομάζουμε ένα “πρόζεκτ”, δίνουμε τα χέρια και λέμε: «Σήμερα ξεκινάμε». Έτσι χωρίς χρήματα, χωρίς υποδομή. Φτιάχνουμε ένα “κοινό ταμείο” και μέσα ρίχνουμε τρία “ποσά”. Τη μαστοριά μας, την επιθυμία μας και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μέσα στην οποία όλοι ζούμε πια.

Κα Γέρου σας ευχαριστούμε από καρδιάς και ευχηθείτε μας κάτι…

Και εγώ σας ευχαριστώ θερμά. Σας εύχομαι ολόψυχα να παραμείνετε δημιουργικοί, ανήσυχοι και υποστηρικτές της τέχνης και των καλλιτεχνών, όπως είστε τώρα. Σας εύχομαι να μην αλλάξετε!
.
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ

Φωτογραφικό υλικό




Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή