Ο Κωνσταντίνος Αθυρίδης και η Γεωργία Βεληβασάκη, μιλούν για όλα στην Κουλτουρόσουπα.

3790 Views
Ο Κωνσταντίνος Αθυρίδης και η Γεωργία Βεληβασάκη, μιλούν για όλα στην Κουλτουρόσουπα. Ο Κωνσταντίνος Αθυρίδης και η Γεωργία Βεληβασάκη, μιλούν για όλα στην Κουλτουρόσουπα.

 
Δύο καλλιτέχνες με όλη τη σημασία του όρου που μεταφράζεται σε ψυχή, πάθος, όραμα, εδώ και χρόνια ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια δημιουργική σύνθεση έξω από τα «συνήθη»… Ένας μουσικός και σκηνοθέτης με εμφανή παιδεία και λαμπρή πορεία στο μουσικό θέατρο και όχι μόνο, και μια ερμηνεύτρια και συγγραφέας με ανήσυχο πνεύμα και εξαιρετικές επιλογές, όταν συνεργάζονται, το αποτέλεσμα φέρει εγγυημένα σφραγίδα ποιότητας. Δεν είναι μόνο η μουσική ή το θέατρο που τους συνδέουν, αλλά κυρίως η κοινή ματιά απέναντι στην ουσία της τέχνης, όπως αποδεικνύει η μακριά διαδρομή καθενός με «ψαγμένες» καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Γνωρίζοντάς τους από κοντά κατά τη διοργάνωση των περσινών Θεατρικών Βραβείων, καθώς τα στήριξαν ο πρώτος σκηνοθετικά και η δεύτερη μουσικά, είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε επιπλέον σε προσωπικό επίπεδο και το σπανίζον καλλιτεχνικό ήθος. Με αφορμή την μουσικοθεατρική περφόρμανς «Κοντσέρτο για μια μέρα που πέρασε», ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αθυρίδης και η ερμηνεύτρια - συγγραφέας Γεωργία Βεληβασάκη, καταθέτουν μια εξαιρετική συνέντευξη στην Κουλτουρόσουπα
,
 
1. Θα θέλαμε από τον καθένα, ένα σύντομο οδοιπορικό της καλλιτεχνικής διαδρομής, ξεκινώντας από την αφετηρία και με τους σημαντικότερους σταθμούς…
 
Κ.Α. Μαθήματα κλασικού πιάνου από τα έξι μου με τον μαέστρο Γιώργο Θυμή, πολύ θέατρο στα μαθητικά μου χρόνια, θεατρικές σπουδές στο Λονδίνο, ροκ συγκροτήματα και συναυλίες τη δεκαετία του ’80, δημιουργία του μεγαλύτερου ερασιτεχνικού θιάσου της Θεσσαλονίκης με υπερπαραγωγές (για τα μέτρα της πόλης) μουσικού θεάτρου σε δική μου σκηνοθεσία (’80-’90), προσωπική δισκογραφία από το 1998 μέχρι σήμερα και συνεργασίες με το Εθνικό και Κρατικό Θέατρο.
 
Γ.Β. Η αρχή έγινε στην εφηβεία μου όταν τραγουδούσα σε μπουάτ του Ηρακλείου στην Κρήτη. Σύντομα ανέβηκα στην Αθήνα. Μπήκα στη δισκογραφία το 1996 και βρέθηκα να τραγουδάω δίπλα σε ονόματα, όπως ο Παντελής Θαλασσινός, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Σωτηρία Λεονάρδου κ.α. Από το 1998 αλλαγή πορείας, δημιουργία δικής μου μπάντας, άρχισα να δοκιμάζω τη φωνή μου σε διαφορετικά είδη, να τολμώ να τραγουδάω στίχους μου, ενώ παράλληλα ενδιαφέρθηκα για το θέατρο και τις παραστατικές τέχνες. Με τον Κωνσταντίνο Αθυρίδη συνδημιουργήσαμε πολλά τραγούδια κι ένα μουσικό παραμύθι. Ήταν αυτός που με μύησε στο μουσικό θέατρο και ήμουν κοντά στην «Alexander The Great. Rock Opera» από την αρχή της σύλληψής της μέχρι τις παραστάσεις μας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Το 2012 ευτύχησα να συναντηθώ με τον Αργεντίνο μαέστρο, Luis Borda, που θεωρείται από τους πρωτοπόρους του Tango Nuevo στον κόσμο, μια συνεργασία που μου χάρισε νέες μουσικές εμπειρίες: δισκογραφία στο εξωτερικό, συναυλίες στην Ευρώπη, συμπράξεις με μουσικούς από άλλα μέρη του κόσμου. Παράλληλα με όλα αυτά πάντα έγραφα…
 
2.   Ως καλλιτέχνες που συνεργάζεστε για χρόνια, ένα προφανές πεδίο που σας ενώνει είναι η μουσική. Πέραν αυτής, πού αλλού εντοπίζετε κοινά σημεία ή πιθανόν διαφορές;
 
Γ.Β. Με τον Κωνσταντίνο είμαστε πολύ διαφορετικοί. Εκείνος περισσότερο πρακτικός κι εγώ «στον κόσμο μου». Μ’ αρέσει να πειραματίζομαι και με ελκύει το καινούριο. Ωστόσο, μας ενώνει μια κοινή αισθητική ματιά και σε πολλά αλληλοσυμπληρωνόμαστε. Εκείνος γράφει μουσική, εγώ κείμενα, εκείνος σκηνοθετεί, εγώ ερμηνεύω.
 
Κ.Α. Παρακολουθώ τις καινούριες καλλιτεχνικές τάσεις και ενίοτε δοκιμάζω νέα στοιχεία, αλλά θα έλεγα ότι, μάλλον, είμαι πιο επιφυλακτικός από τη Γεωργία, απέναντι σε ό,τι αυτοσυστήνεται ως «καινοτόμο» ή «προοδευτικό». Ίσως και να είμαι περισσότερο «mainstream», με την έννοια ότι λαμβάνω παραπάνω υπόψη το ίδιο το κοινό και ελκύομαι ιδιαίτερα από ποιοτικά έργα που σπάνε το φράγμα της ευρείας απεύθυνσης. Παρόλα αυτά, η εναλλακτική ματιά της Γεωργίας πολλές φορές έχει αποτελέσει καλλιτεχνική πρόκληση για μένα, είτε αφορά τη μουσική, είτε το θέατρο. Το «Κοντσέρτο για Μία Μέρα που Πέρασε» είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.
 
3.  Υπάρχουν πρόσωπα, καταστάσεις, συγκυρίες κλπ. που με κάποιο τρόπο επηρέασαν καθοριστικά την πορεία σας σε δεδομένες στιγμές και ποια είναι αυτά;
 
Κ.Α. Ο πατέρας μου και ο πρώτος μου δάσκαλος Γιώργος Θυμής έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη σχέση μου με τη μουσική. Η καθηγήτριά μου Αλεξάνδρα Χαράνης στο να γνωρίσω και να αγαπήσω το θέατρο. Σαράντα χρόνια μετά, έμελε να γράψει το λιμπρέτο για το έργο μου «Alexander The Great. Rock Opera». Η συγκυρία που δημιούργησε την καταπληκτική ομάδα των συντελεστών και καλλιτεχνών της όπερας, τους οποίους πάντα θα ευγνωμονώ, όπως επίσης τον Γιώργο Λαζαρίδη, τον Γιάννη Βούρο και τη Μένη Λυσσαρίδου, που έφεραν την έργο μου στο Μέγαρο Μουσικής και στο Κρατικό Θέατρο. Ωστόσο, κάνοντας έναν μικρό απολογισμό, θα έλεγα, ότι οι σπουδές μου στην Εφηρμοσμένη Οικονομία και οι συγκυρίες στην επιχειρηματική μου δραστηριότητα, ίσως, δεν μου επέτρεψαν να αφοσιωθώ στην τέχνη μου όσο θα ήθελα. 
 
Γ.Β. Ο θείος μου, τραγουδοποιός και ποιητής, Μαρίνος Καρβελάς, ήταν εκείνος που με παρότρυνε να ασχοληθώ με τη μουσική και με έριξε στα βαθιά όταν χρειαζόταν. Από εκεί και πέρα, το ότι βρέθηκα στην ίδια σκηνή με τόσους σημαντικούς ερμηνευτές ήταν για μένα πραγματική σπουδή. Οπωσδήποτε, πάντως, η γνωριμία μου με τον Κωνσταντίνο Αθυρίδη με ώθησε σε καινούριες διαδρομές, ενώ η συνάντησή μου με τον Luis Borda μου άνοιξε άλλους ορίζοντες.
.
 
4.  Αξιολογώντας την μέχρι τώρα απήχηση της δουλειάς σας, σε ποιο βαθμό θα δηλώνατε ικανοποίηση ή ίσως άλλο συναίσθημα;
 
Κ.Α. Παραμένοντας, ουσιαστικά, ερασιτέχνης, καθώς ουδέποτε έχω βιοποριστεί από την τέχνη, ούτε υπήρξα μέλος κυκλωμάτων οποιασδήποτε μορφής, ήταν, αναμφίβολα, μια δικαίωση για μένα να δω το έργο μου σε σειρά sold out παραστάσεων στο Βασιλικό Θέατρο και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και Αθηνών, με καθολικά θετικές κριτικές.
 
Γ.Β. Ήμουν πάντα αφοσιωμένη στο αισθητικό αποτέλεσμα, χωρίς, απαραίτητα να συνδυάζω την καλλιτεχνική πληρότητα με την απήχηση. Τουλάχιστον, δεν το είδα ποτέ ως αυτοσκοπό. Ωστόσο, ζω στιγμές ικανοποίησης κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα θερμό κοινό.
 
5. Το μουσικό θέατρο, ως κοινός τόπος που υπηρετείτε, σε ποιο επίπεδο θα λέγατε ότι κινείται σήμερα στον εγχώριο καλλιτεχνικό χώρο;
 
Κ.Α. Έχοντας παρουσιάσει παραστάσεις, όπως το Cats, το Jesus Christ Superstar, το Tommy κλπ στο Βασιλικό Θέατρο και στο Θέατρο Κήπου, εικοσιπέντε χρόνια πριν, όταν το είδος, δηλαδή, ήταν πρακτικά άγνωστο στην Ελλάδα, χαίρομαι ιδιαίτερα που σήμερα έχει πάρει τη θέση που του αναλογεί στον χώρο της ψυχαγωγίας και της τέχνης. Βλέπω ότι τα νέα παιδιά ενδιαφέρονται για σπουδές στο μουσικό θέατρο, βλέπω να ανοίγουν ανάλογα τμήματα σε καλλιτεχνικές σχολές, να αναδεικνύονται νέα ταλέντα, να ανεβαίνουν ποιοτικές μουσικοθεατρικές παραστάσεις και όλα αυτά είναι πραγματικά ελπιδοφόρα.
 
Γ.Β. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.
 
6.   Μιλώντας ειδικότερα για τη Θεσσαλονίκη, ποια είναι η γνώμη σας για το θεατρικό τοπίο της πόλης και σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι εισπράττει ανάλογη υποστήριξη;
 
Γ.Β. Αγαπώ τη Θεσσαλονίκη, αλλά ζω στην Αθήνα και είμαι από την Κρήτη. Οπότε, αφήνω τον Κωνσταντίνο να σκιαγραφήσει το θεατρικό τοπίο της πόλης του…
 
Κ.Α. Απαντώντας, θα εξαιρέσω τις παραστάσεις που «εισάγονται» από την Αθήνα, απευθύνονται στο ευρύ κοινό, μας επισκέπτονται με όλη την υποστήριξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας και με ονόματα «τρανταχτά», συνήθως προς το τέλος της σεζόν. Η αλήθεια είναι ότι με μόνη σοβαρή κοιτίδα το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που έχει τη δυνατότητα να προσφέρει ένα αξιοπρεπές καλλιτεχνικό και οικονομικό περιβάλλον στους δημιουργούς και στους καλλιτέχνες, από εκεί και πέρα, οι θεατρικές ομάδες της Θεσσαλονίκης παρουσιάζουν, συχνά, εξαιρετικές δουλειές, χωρίς υποστήριξη από τα μέσα, χωρίς οικονομικούς πόρους, χωρίς οικονομικές προσδοκίες, με πολύ μόχθο, μεράκι και αγάπη γι’ αυτό που κάνουν. Αυτόν τον δημιουργικό πυρήνα, πιστεύω ότι το θεατρόφιλο κοινό της Θεσσαλονίκης, που σιγά-σιγά εκπαιδεύεται και ελπίζω ότι αυξάνει, οφείλει να τον αγκαλιάσει, διαμορφώνοντας ένα θεατρικό τοπίο, για το οποίο η πόλη μας μπορεί να είναι υπερήφανη.
 
7.    Οι επιλογές σας δείχνουν ένα ποιοτικό στίγμα, πιθανόν με «τίμημα», οικονομικό ή άλλο. Υπήρξε ποτέ μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή που να σας οδηγήσει σε σκέψεις «αναθεώρησης»;
 
Κ.Α. Ευτυχώς αυτό το δίλημμα δεν υπήρξε ουδέποτε για μένα. Ήταν ευεργετικό που από πολύ νωρίς διαχώρισα (ή αναγκάστηκα να διαχωρίσω) τον βιοπορισμό από την καλλιτεχνική μου πορεία. Έτσι έκανα αυτό που αγαπούσα με ελευθερία.
 
Γ.Β. Ανέκαθεν ήμουν αγρίμι. Χωρίς διάθεση για εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Προτιμούσα να μένω πιστή στον άξονά μου, παρά να κυνηγάω την αναγνωρισιμότητα χωρίς περιεχόμενο. Με ενδιέφερε, ωστόσο, να εξελίσσομαι, να δοκιμάζω και να δοκιμάζομαι. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η άρνηση απέναντι στο αγοραίο είναι από τα κοινά στοιχεία που μοιραζόμαστε με τον Κωνσταντίνο Αθυρίδη.
.
 
8.  Κοιτώντας προς τα πίσω, ποια ή ποιες από τις προσωπικές ή κοινές δημιουργίες σας είναι αυτές που σας δίνουν αίσθημα απόλυτης δικαίωσης, ακόμα και υπερηφάνειας;
 
Κ.Α. Οπωσδήποτε το «Alexander The Great. Rock Opera», που, μάλιστα, τιμήθηκε πολλαπλά από το θεσμό των θεατρικών βραβείων της Κulturosupa. Ωστόσο, δεν θα ξεχάσω το ανέβασμα του «Jesus Christ Super Star», το οποίο σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κήπου το 1994, με χιλιάδες κόσμο να κατασυγκινείται. Επίσης, από τα τραγούδια μας με τη Γεωργία, ξεχωρίζω το «Sexual Instinct», που μάλιστα είχε μπει για κάποιες εβδομάδες στα charts και ακόμη, αγαπώ ιδιαίτερα το μουσικό μας παραμύθι «Το μικρό μυστικό της ζωής».
 
Γ.Β. Θα ξεχώριζα την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά «Στου Νότου τις Φωτιές», που με οδήγησε σε σημαντικές συνεργασίες, καθώς και το τελευταίο μου cd «Aleli – De Creta a Buenos Aires» με τον μαέστρο Luis Borda. Από τις κοινές δουλειές με τον Κωνσταντίνο, θα έλεγα το «Gaia-Action St» και ιδιαίτερα τα τραγούδια «Τρελή» και «Αγρίμια». Ιδιαίτερη χαρά πήρα όταν, πρόσφατα, το μονόπρακτο θεατρικό μου έργο «Τελευταία φορά» βραβεύτηκε από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. 
 
9.   Ως άνθρωποι του πολιτισμού, θεωρείτε ότι αυτό το αγαθό διαδραματίζει τον ρόλο που του αναλογεί στις σημερινές ζοφερές συνθήκες της χώρας;
 
Κ.Α. Θα μπορούσε και θα έπρεπε. Ο πολιτισμός είναι από τα μεγαλύτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας και τεράστιο εθνικό κεφάλαιο που παραμένει ανεκμετάλλευτο. Εδώ παίζει ρόλο η πολιτεία και οι πολιτικές. Πιστεύω ότι στα χρόνια της κρίσης, καθώς το αγοραίο είναι το πρώτο που υφίσταται τις αρνητικές επιπτώσεις,  η τέχνη και η ποιότητα κερδίζουν έδαφος και οι δημιουργικές καλλιτεχνικές δυνάμεις βρίσκουν χώρο να αναπτυχθούν. Αντίστροφα, όμως, η πολιτεία, παντελώς λανθασμένα, αντί να υποστηρίξει και να επενδύσει στον πολιτισμό, θεωρεί την τέχνη είδος πολυτελείας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 
 
Γ.Β. Θέλω να προσθέσω ότι σ’ αυτήν τη δύσκολη περίοδο έρχεται η τέχνη ως αντίβαρο στη βαριά και ζοφερή καθημερινότητα, να μας δείξει εκείνο που πράγματι αξίζει. «Η ζωή δεν είναι όνειρο. Αλλά μπορεί να γίνει», όπως λέμε στο «Κοντσέρτο».
 
10.  Υποθετικά μιλώντας - και είθε να συμβεί, αν είχατε όλες τις τεχνικές δυνατότητες σε επίπεδο παραγωγής, υπάρχει κάποιο όνειρο που θα επιλέγατε να υλοποιήσετε;
 
Κ.Α. Πριν λίγα χρόνια βρέθηκα στη Βουδαπέστη, σε μια παράσταση του Don Giovanni, με ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα και 150 χορωδούς επί σκηνής και αναρωτήθηκα πώς θα μπορούσε να ήταν το «Alexander» αν υπήρχαν και στην Ελλάδα τέτοιες δυνατότητες. Πάντως, το έργο έχει γραφτεί για να αποδοθεί από συμφωνική ορχήστρα σε σύμπραξη με ηλεκτρική μπάντα και παραδοσιακά όργανα και, μάλιστα, εργάζομαι προς αυτήν την κατεύθυνση.
 
Γ.Β. Το πιο μεγάλο μου όνειρο είναι ιδανικό της (δημιουργικής) φαντασίας. Και δεν είναι άπιαστο. Θέλει χρόνο, χώρο και ανθρώπους να το αγαπήσουν…
 
11. Για κάποιους, η έλλειψη χρημάτων στην τέχνη (και όχι μόνο) συμβάλλει στην όξυνση της ευρηματικότητας. Το συμμερίζεστε ή θεωρείτε το χρήμα καθοριστικό παράγοντα;
 
Κ.Α. Στο επίπεδο της δημιουργίας σίγουρα όχι, όμως, στην υλοποίηση ενός project ισχύει. Αλλά κι εκεί ακόμη «πενία τέχνας κατεργάζεται»…
 
Γ.Β. Ε, ναι. Δεν είναι τυχαίο ότι σε περιόδους κρίσης αναδύονται νέες καλλιτεχνικές (μουσικές και θεατρικές) ομάδες. Εκείνο που οξύνει την ευρηματικότητα είναι η ίδια η ανάγκη για έκφραση και δημιουργία.
 
12. Αν από το τρίπτυχο «μουσική – θέατρο - συγγραφή» που σας χαρακτηρίζει, ήσασταν αναγκασμένοι να κρατήσετε μόνο ένα και να αποχωριστείτε τα άλλα, ποιο θα ήταν αυτό;
 
Κ.Α. Μου βάζετε δύσκολα, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς μουσική. Τη γραφή την αφήνω για τη Γεωργία.
 
Γ.Β. Αν με ρωτούσατε πριν δέκα χρόνια θα έλεγα αναμφισβήτητα τη μουσική. Σήμερα θα σας απαντήσω σαν τη μητέρα μου: όποιο δάχτυλο και να κόψεις θα πονέσει… Η μουσική και η γραφή είναι το περιεχόμενο της ζωής μου.
.
 
13. Έχετε να θυμηθείτε από την πορεία σας κάτι ιδιαίτερα έντονο, θετικό ή αρνητικό ή ευτράπελο, είτε επί σκηνής είτε σε κάποια συνεργασία, που θα θέλατε να μοιραστείτε;
 
Κ.Α. Την τεράστια χαρά, όταν το 1997 με κάλεσε η Πολιτιστική Πρωτεύουσα να ανεβάσουμε μια φιλόδοξη παράσταση musical και, αμέσως μετά, την τεράστια απογοήτευση, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε θέατρο να τη στεγάσει. Μιλάμε για μια εποχή, που το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί, ενώ το Βασιλικό Θέατρο και η ΕΜΣ ήταν υπό ανακαίνιση.
 
Γ.Β. Να υποφέρω από σοβαρό βήχα και να πρέπει να τραγουδήσω τον θρήνο στην τελευταία σκηνή του «Alexander The Great. Rock Opera». Όλοι, μετά, μου έδιναν συγχαρητήρια για την «ερμηνεία» μου, αλλά εγώ μόνο ήξερα πόσο υπέφερα από την προσπάθειά μου να εντάξω τον βήχα στο τραγούδι, ώστε να μοιάζει με κάτι σαν «λυγμός».
 
14. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι ο τομέας «δημοσιότητα» επηρεάζει την απήχηση μιας δουλειάς και την καταξίωση ενός καλλιτέχνη; Ποια είναι η στάση σας απέναντι σ’ αυτό;
 
Κ.Α. Παίζει τεράστια σημασία. Παρόλα αυτά, η «δημοσιότητα» δεν συμβαδίζει πάντα με την καλλιτεχνική αξία.
 
Γ.Β. Συμφωνώ. Αν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να παρουσιάσεις, η όποια δημοσιότητα ξεφουσκώνει και «δεν είσαι πια παρά το τρόπαιο του τίποτα» (για να μιλήσω με ένα στίχο από το «Κοντσέρτο για Μία Μέρα που Πέρασε»).
 
15. Ως δημιουργοί, πού εντοπίζετε κυρίως τις πηγές της έμπνευσής σας και πώς λειτουργείτε μέσα στη δημιουργική διαδικασία;
 
Κ.Α. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η τέχνη αντιγράφει και αναπαράγει τη ζωή, επομένως, παρατηρώ και αντλώ έμπνευση από το περιβάλλον μου (κοινωνικό και πολιτικό). Θα καθίσω στο πιάνο να γράψω μουσική μόνο και εφόσον έχω κατά νου ξεκάθαρη μια εικόνα ή ένα θέμα ή μια ατμόσφαιρα ή ένα συναίσθημα.
 
Γ.Β. Χμ, η τέχνη ως μίμηση είναι, βέβαια, μια πλατωνική θέση, με την οποία, ωστόσο, θα διαφωνήσω, παίρνοντας το μέρος των Ρώσων φορμαλιστών, που μίλησαν για «ανοικειότητα» και «παραξένισμα». Η τέχνη μας «ξεμαθαίνει τον κόσμο» και μόνο όταν το καθημερινό γίνεται «ανοίκειο» μπορούμε να (ξανα)δούμε και να επανεκτιμήσουμε την αλήθεια της ζωής.
 
16.  Στη μεταξύ σας συνεργασία υπάρχουν στοιχεία του χαρακτήρα καθενός που ευκολύνουν ή ίσως κάποιες στιγμές… δυσκολεύουν; Πώς θα την περιγράφατε;
 
Κ.Α. Αυτό ισχύει για κάθε συνεργασία, αλλά ακόμη και μέσα από τυχόν αντιθέσεις πολλές φορές γεννιούνται ενδιαφέρουσες συνθέσεις. Αν και για να πω την αλήθεια, θα προτιμούσα να γινόταν το δικό μου χωρίς δεύτερη κουβέντα… (γέλια)
 
Γ.Β. Είμαστε και οι δύο πεισματάρηδες. Κι αυτό δυσκολεύει τα πράγματα κάποιες φορές. Ωστόσο, η αμοιβαία εκτίμηση μάς κάνει να ακούμε, εντέλει, τον άλλον και να προσπαθούμε να φτιάχνουμε γέφυρες. Συμβαίνει τότε μια υπέροχη καλλιτεχνική ώσμωση.
.
 
17. Ερχόμενοι στην επικείμενη παράσταση «Κοντσέρτο για Μία Μέρα που Πέρασε», ποιο ήταν το έναυσμα - κίνητρο που οδήγησε στην υλοποίησή της και πού στοχεύει;
 
Γ.Β. Όλα ξεκίνησαν από τον τίτλο. Στη συνέχεια (και για αρκετούς μήνες) δούλεψα το υλικό μου (κάποιο προϋπήρχε και άλλο το έγραψα στην πορεία) με στόχο ένα ποιητικό κείμενο που θα παρασταθεί και όχι απαραίτητα ένα θεατρικό έργο. Ήθελα να «παίξω» με την ιδέα της performance. Θεατροποιήθηκε όταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τη σκηνοθεσία. Η «ώσμωση» που λέγαμε;…
 
Κ.Α. Διαβάζοντας το έργο της Γεωργίας διαπίστωσα την απουσία της κλασικής δραματουργικής φόρμας και μια συνεχή συνομιλία των χαρακτήρων χωρίς κανέναν διάλογο. Αυτό είναι πρόκληση, είπα. Και το ανέλαβα.
 
18. Πιστεύετε ότι πρόκειται για παράσταση που απευθύνεται στον «μέσο» θεατή ή σε ένα πιο «μυημένο» καλλιτεχνικά κοινό;
 
Γ.Β. Το έργο δεν πραγματεύεται κάποιο «δύσκολο» θέμα. Μιλάει για την ιδέα του ονείρου που εμμένει, για τις προσδοκίες και τις ματαιώσεις μας, για τον χρόνο που τον κυνηγάμε και μας κυνηγάει. Και όλα αυτά συνοδεία μουσικής και τραγουδιών που όλοι έχουμε αγαπήσει, όπως του Αττίκ, του Τσιτσάνη, του Χατζιδάκι, της Λένας Πλάτωνος, του Γιώργου Καζαντζή και άλλα. Όχι δεν είναι μια συναυλία. Όχι δεν είναι ένα θεατρικό έργο. Είναι μια μουσικοθεατρική performance. Απευθύνεται στο θεατρόφιλο και μουσικόφιλο κοινό.
 
Κ.Α. Ο λόγος σίγουρα είναι ποιητικός και οι πιο μυημένοι θα το χαρούν. Παρόλα αυτά, η παράσταση με τη ζωντανή μουσική, τα τραγούδια και τη σκηνοθετική προσέγγιση, ευελπιστούμε ότι μπορεί να είναι απολαυστική και για τον μέσο θεατή.
.
 
19. Αντιμετωπίσατε δυσκολίες κατά την προετοιμασία της και υπάρχουν διαφορές από το πρώτο περσινό ανέβασμα σε σχέση με το τωρινό;
 
Γ.Β. Θα ήταν απίθανο να μην υπήρχαν προσαρμογές, αλλαγές, νέες ιδέες και βελτιώσεις, από τη στιγμή που και εμείς οι ίδιοι βρισκόμαστε σε άλλο σημείο του προσωπικού μας χρόνου, με λίγο ή πολύ αλλαγμένη ματιά. 
 
Κ.Α. Η περσινή παράσταση, όσον αφορά τα τραγούδια, προσομοίαζε περισσότερο με «κοντσέρτο», καθώς επί σκηνής υπήρχε στημένο μικρόφωνο. Φέτος, με την αφαίρεση του μικροφώνου δόθηκε περισσότερος χώρος και κινησιολογική ελευθερία. Σκηνοθετικά θεωρώ ότι είναι μια άλλη παράσταση.
 
20.  Πριν ευχηθούμε καλή επιτυχία, θα θέλαμε μια γεύση από τα μελλοντικά σας σχέδια…
 
Κ.Α. Σχεδιάζουμε τη συναυλιακή παρουσίαση του «Alexander The Great. Rock Opera» με συμφωνική ορχήστρα και χορωδία στην Αθήνα και ίσως στη Θεσσαλονίκη, το ανέβασμα του παιδικού μιούζικαλ «Το μικρό μυστικό της ζωής», τη σκηνοθεσία μιας κωμωδίας για την οποία θα πούμε περισσότερα στο μέλλον, και όσον αφορά τη μουσική, ήδη έχω αρχίσει να γράφω τις πρώτες νότες ενός νέου έργου.
 
Γ.Β. Καταρχάς, μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Κοντσέρτο για Μία Μέρα που Πέρασε» από τις εκδόσεις «Γραφομηχανή» και μάλιστα θα διατίθεται στο ταμείο του θεάτρου. Έπειτα, έχω μια διπλωματική μπροστά μου για το μεταπτυχιακό στη «Δημιουργική Γραφή» (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας). Όσον αφορά τα καλλιτεχνικά: το μονόπρακτο θεατρικό μου έργο «Τελευταία φορά» θα ανέβει σε παραγωγή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στις 23-25 Μαρτίου. Ακόμη, ετοιμάζουμε καινούρια τραγούδια με τον Luis Borda και αναμένονται συναυλίες και παραστάσεις. Πάντως, για όποιον ενδιαφέρεται μπορεί να μαθαίνει τα καλλιτεχνικά μου νέα από το website: www.velivasaki.gr


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Στασινοπούλου Πίτσα
Στασινοπούλου Πίτσα

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Εξαιρετικές και καλοπαιγμένες «Δάφνες και Πικροδάφνες» από τον θίασο του Π. Φιλιππίδη. Είδαμε και σχολιάζουμε.
Εξαιρετικές και καλοπαιγμένες «Δάφνες και Πικροδάφνες» από τον θίασο του Π. Φιλιππίδη. Είδαμε και σχολιάζουμε.
με 0 Σχόλια 934 Views

Φτάνοντας στο θέατρο Γης ελάχιστες προσδοκίες είχα από το θίασο και από τον χώρο. Το μόνο που με «τράβηξε» ήταν το έργο. Ευτυχώς που με διέψευσαν. Μην το χάσετε όπου κι αν παίζετε. Είδε και σχολιάζει ο Γιάννης Τσιρόγλου.

Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή