«Αν»: Η τελευταία ταινία της δημοφιλούς και στη χώρα μας Ιαπωνέζας Ναόμι Καβάσε. Είδαμε & Σχολιάζουμε.

268 Views
«Αν»: Η τελευταία ταινία της δημοφιλούς και στη χώρα μας  Ιαπωνέζας Ναόμι Καβάσε. Είδαμε & Σχολιάζουμε. «Αν»: Η τελευταία ταινία της δημοφιλούς και στη χώρα μας Ιαπωνέζας Ναόμι Καβάσε. Είδαμε & Σχολιάζουμε.

 «Αν»: Η τελευταία ταινία της δημοφιλούς και στη χώρα μας  Ιαπωνέζας Ναόμι Καβάσε. Είδαμε & Σχολιάζουμε... Από τη στήλη «Έι γκα» του Παναγιώτη Κοτζαθανάση. 

Από τους πιο δημοφιλείς Ιάπωνες δημιουργούς στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στο κύκλωμα των φεστιβάλ, η Ναόμι Καβάσε ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Cinéfondation, φέτος στις Κάνες
 
Η τελευταία της δουλειά είναι ένα ακόμα πανέμορφο φιλμ, που, αυτή τη φορά, χρησιμοποιεί την γαστριμαργία για να παρουσιάσει μια σειρά κοινωνικών σχολίων.
 
Η Τοκουέ, μια 76χρονη πρώην ασθενής της Νόσος του Χάνσεν (λέπρα), ανακαλύπτει ένα μικρό μαγαζί που πουλάει ιαπωνικές τηγανίτες (ντοραγιάκι είναι η ιαπωνική λέξη), σε μία από τις πρωινές βόλτες της. Ο ιδιοκτήτης, ένας ανόρεχτος και χρεωμένος μεσήλικας εν ονόματι Σεντάρο, αναζητά βοηθό για το κατάστημα και η Τοκουέ δεν διστάζει να αυτοπροταθεί. Αρχικά, εκείνος αρνείται, αλλά η Τοκουέ επιμένει και όταν μάλιστα ανακαλύπτει ένα λάθος στη συνταγή του Σεντάρο, εκείνος εντυπωσιασμένος από τις γνώσεις της και από την δική της συνταγή για γλυκιά πάστα κόκκινων φασολιών (η γέμιση των τηγανητών), την προσλαμβάνει.
 
Η Τοκουέ θα ζήσει το όνειρό της μαγειρεύοντας στο μαγαζί και πλημμυρίζοντας τα πάντα γύρω της με την ευγενική συμπεριφορά της και την θετική της ενέργεια, συμπεριλαμβανομένου του Σεντάρο, ο οποίος αποκτά μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της, καθώς το κατάστημα αρχίζει να γεμίζει με πελάτες εντυπωσιασμένους από τη νέα συνταγή. Δυστυχώς, όταν η αρρώστια της γίνεται γνωστή, οι πελάτες αντιδρούν αρνητικά.
 
Κατά πάσα πιθανότητα, ένα από τα πιο προσβάσιμα φιλμ της Καβάσε, το «Αν» χρησιμοποιεί το φαγητό ως υπόβαθρο για να παρουσιάσει μια γλυκόπικρη αλλά τελικώς αισιόδοξη οπτική για την ζωή των ηλικιωμένων στην σύγχρονη Ιαπωνία και για την ιστορία της λέπρας στη χώρα. Κατ'αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να συμπεριλάβει τρία κοινωνικά ζητήματα στην διάρκειά του. Το πρώτο αφορά τον ολοένα και πιο γηρασμένο πληθυσμό της, ένα θέμα που αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης, τόσο για το  μέλλον της οικονομίας όσο και ως ερώτημα για το πως θα μπορούσαν οι ηλικιωμένοι να αποδειχτούν χρήσιμοι για την κοινωνία γενικότερα. Το δεύτερο αφορά την ιστορία της νόσου, η οποία περιλαμβάνει τρεις Νόμους Αποτροπής της Λέπρας, οι οποίοι, θεωρητικά, στόχευαν στο να αποτρέψουν την εξάπλωσή της αλλά, ουσιαστικά, περιόριζαν τους ασθενείς σε ειδικά σανατόρια. Η τελευταία αναθεώρηση του νόμου έλαβε χώρα το 1953, και παρόλο που δήλωνε πως «Κανένας δεν πρέπει να κάνει διακρίσεις εναντίον των ασθενών και των συγγενών τους, λόγω της αρρώστιας τους», δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα στην άποψη της κοινής γνώμης για τους παθόντες. Όλοι οι σχετικοί νόμοι καταργήθηκαν το 1996, αλλά δυστυχώς, όπως το σενάριο της ταινίας αποδεικνύει, η ημιμάθεια και ο ρατσισμός που προέρχεται από αυτήν παραμένει. Το τρίτο θέμα αφορά την προσέγγιση που έχουν οι Ιάπωνες στο μαγείρεμα και στο φαγητό γενικότερα, η οποία αγγίζει τα όρια της ιεροτελεστίας. Η Καβάσε κάνει ένα σαφές σχόλιο για τον παραδοσιακό τρόπο μαγειρικής, που σταδιακά εξαφανίζεται με τις καινούριες γενιές, κυρίως επειδή απαιτεί πολύ χρόνο σε σχέση με τις μοντέρνες μεθόδους, και παρά τα σαφώς καλύτερα αποτελέσματα του.
 
Η ταινία είναι άκρως ρεαλιστική και διατηρεί έναν αργό ρυθμό, ο οποίος, μαζί με τις «μειλίχιες» αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών και την διακριτική μουσικά, έχει ως αποτέλεσμα ένα εξαιρετικά χαμηλών τόνων φιλμ.
 
Στα αρνητικά (-): Το πρόβλημα όμως έγκειται στην αφήγηση, η οποία δεν εξετάζει τα προαναφερθέντα θέματα σε βάθος, αλλά διατηρεί μια «αποστασιοποιημένη» προσέγγιση καθώς επικεντρώνεται στην ομορφιά των εικόνων που παρουσιάζονται στην ταινία. Το ίδιο ισχύει και για τις «περιφερειακές» ιστορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν την θλιβερή ζωή μια μαθήτριας και θαμώνας του μαγαζιού, της Σακάμα καθώς και το παρελθόν του Σεντάρο. Αμφότερα εξετάζονται μόνο επιδερμικά.
 
Στα θετικά (+): Η Καβάσε βασίζει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στην Κιρίν Κίκι, η οποία δίνει ακόμα μία εξαιρετική παράσταση ως Τοκουέ, παρουσιάζοντας έναν αξιαγάπητο χαρακτήρα, αναδεικνύοντας, για μία ακόμη φορά, την μαεστρία των ηλικιωμένων Ιαπώνων ηθοποιών καθώς και τις ικανότητες των δημιουργών της χώρας στο να τους σκηνοθετούν. Ο Μασατόσι Ναγκάσε ως Σεντάρο και η Κίρα Ουτσίντα ως Γουακάνα παρουσιάζουν τους χαρακτήρες σε αρμονία με την γενικότερη αισθητική του φιλμ, αλλά βρίσκονται, φανερά, ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από την Κίριν Κίκι.
 
Όσο αναφορά το τεχνικό κομμάτι, έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικά αριστούργημα, με την φωτογραφία του Σιγκέκι Αογιάμα και το μοντάζ της Τίνα Μπαζ να παρουσιάζουν εικόνες απόλυτης ομορφιάς, όπως αυτές με τις ανθισμένες κερασιές, και σκηνές μαγειρικής που ανοίγουν την όρεξη.
 
Εν ολίγοις [=]: Το «Αν» δεν πετυχαίνει να εξετάσει σε βάθος τα θέματα που παρουσιάζει, αλλά παραμένει ένα πολύ όμορφο φιλμ, το οποίο σίγουρα «κεντρίζει» τις αισθήσεις και κυρίως την όρεξη. 
.


Φωτογραφικό υλικό





Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή