Σήμερα τρώμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ και γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών. Αφιέρωμα και συνταγή.

1262 Views
Σήμερα τρώμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ και γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών. Αφιέρωμα και συνταγή. Σήμερα τρώμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ και γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών. Αφιέρωμα και συνταγή.

Σήμερα τρώμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ και γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών. Αφιέρωμα και συνταγή.

Διαβάζω :
Η Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών καθιερώθηκε το 1998, με πρωτοβουλία της Ένωσης των Ευρωπαίων Βιομηχάνων Ζυμαρικών (UNAFPA) για να γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό τη γευστική και θρεπτική αξία των ζυμαρικών.

Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Οκτωβρίου, σε ανάμνηση του πρώτου συνεδρίου της Ένωσης το 1995.

Και σκέφτομαι:
Η καταγωγή των ζυμαρικών είναι μία πολύπλοκη ιστορία με πολλούς μύθους και αντιφάσεις. Ο ευρύτατα διαδεδομένος θρύλος ότι τα μακαρόνια έφερε στην Ιταλία ο Μάρκο Πόλο με την επιστροφή του από την Άπω Ανατολή τον 13ο αιώνα απορρίπτεται πλέον από τους μελετητές.

Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη των ζυμαρικών χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη "λάγανον" περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Έλληνες έποικους γύρω στον 8ο αιώνα π.χ., και μετονομάστηκε σε "laganum" στα λατινικά, τα σημερινά Λαζάνια. Το γεγονός πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και από τον περίφημο καλοφαγά Απίκιο, ο οποίος στην πρώτη ίσως συμπληρωμένη μαγειρική στην ιστορία περιγράφει αυτοκρατορικά γεύματα με "laganum".

Η πρώτη όμως χειροπιαστή απόδειξη για την ύπαρξη των ζυμαρικών ανήκει σε ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες του 4ου αιώνα π.χ., σε οικισμό των Ετρούσκων βόρεια της Ρώμης, όπου αναπαριστούνται διάφορα σκεύη για το βράσιμο νερού, μία επιφάνεια για την ανάμιξη νερού με αλεύρι, ένας κυλινδρικός πλάστης και ένα εργαλείο κοπής, παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιείται σήμερα για να κόβουμε τα ζυμαρικά.

Τα ζυμαρικά υπήρχαν χωρίς αμφιβολία και στην αρχαία Κίνα, καθώς και στον Αραβικό κόσμο, αφού υπάρχουν γραπτές αναφορές σε μεσαιωνικά κείμενα του Ισλάμ για κάποια ζυμαρικά με την ονομασία "rishta". Aυτό που παραμένει άγνωστο είναι το κατά πόσον αυτά προϋπήρχαν της Ελληνικής εκδοχής.

Η πρώτη συγκεκριμένη γραπτή αναφορά σε χυλοπίτες μαγειρεμένες με βράσιμο βρίσκεται στο Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ, είναι γραμμένη στα αραμαϊκά και χρονολογείται στο 5 αιώνα μ.Χ. Οι χυλοπίτες αυτές αναφέρονται ως itriyah

Όταν η Σικελία καταλήφθηκε τον 9ο αιώνα από τους Σαρακηνούς αυτοί μετέφεραν και τις διατροφικές τους συνήθειες οι οποίες περιελάμβαναν και τα ζυμαρικά. Σε κείμενα του 12ου αιώνα γίνεται αναφορά στην παραγωγή ενός είδους σπαγγέτι στο Παλέρμο, με το όνομα "itria", λέξη Περσική που σημαίνει "κορδόνια". Το είδος αυτό παράγεται μέχρι και σήμερα στην Σικελία και αποκαλείται "trii".

Η πρώτη συμπληρωμένη συνταγή ζυμαρικών καταγράφεται στα μέσα του 15ου αιώνα στο βιβλίο του μάγειρα Martino da Como και αργότερα συναντάμε τα ζυμαρικά στα κείμενα του Bartolomeo Sacchi, ο οποίος μας λέει ότι τα μακαρόνια πρέπει να βράζονται για όσο διαρκούν τρία "Πάτερ Ημών".


Αναφορές στα μακαρόνια γίνονται και στα κείμενα του Βοκκάκιου, ο οποίος στο "Δεκαήμερο" περιγράφει μία φανταστική χώρα με βουνά από τριμμένη παρμεζάνα όπου ζει ένας λαός που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να φτιάχνει μακαρόνια και ραβιόλια, αποδεικνύοντας ότι τα μακαρόνια αποτελούσαν πια μέρος της ζωής στην Ιταλία.

Από τον 15ο αιώνα και μετά τα μακαρόνια αρχίζουν να κατασκευάζονται και σε εμπορική βάση αλλά είναι τον 18ο αιώνα που τα μακαρόνια γνώρισαν την μεγάλη τους άνθηση. Το 1700 υπήρχαν στην Νάπολη κάπου 60 καταστήματα που πουλούσαν ζυμαρικά, τα οποία έφτασαν τα 280 το 1785. Το κλίμα της Νάπολης ήταν ιδανικό για την σωστή αποξήρανση των μακαρονιών τα οποία άπλωναν σε ξύλινες βέργες στον ήλιο να στεγνώσουν σε κάθε γωνιά της πόλης.



Ο Goethe στο ημερολόγιο του, Ταξίδια στην Ιταλία (από το 1787) ορίζει το μακαρόνι ως «περίτεχνο ζυμάρι, φτιαγμένο με ψιλό σιμιγδάλι, λεπτοδουλεμένο, βρασμένο και κομμένο σε διάφορα σχέδια»

Επίσης περιγράφει απολαυστικά επεισόδια από τη ζωή στη Νάπολη, δίνοντας μία περιγραφή του έργου των μακαρονοποιών που στη γωνιά σχεδόν κάθε δρόμου «δραστήριοι φτιάχνουν μακαρόνια και τα λαδώνουν χρησιμοποιώντας καυτό λάδι σε τηγάνια, ειδικά τις μέρες εκείνες όπου πρέπει να απαρνείσαι το κρέας. Πουλούν τα προϊόντα τους τόσο πετυχημένα που χιλιάδες άνθρωποι κουβαλούν το γεύμα τους σε κομμάτια χαρτιού».

Η ανάμιξη της ζύμης τότε γινόταν με τα πόδια, όπως το πάτημα των σταφυλιών, μέχρι που ο Βασιλιάς Φερδινάρδος ο 2ος ανάθεσε στον Cesare Spadaccini να κατασκευάσει τον πρώτο μηχανικό πατητήρι από χαλκό. Σύντομα αρχίζουν να λειτουργούν και τα πρώτα εργοστάσια μακαρονιών.

Τα μακαρόνια μέχρι τότε συνδυάζονταν κυρίως με πιπέρι και τυρί και τρώγονταν με τα δάκτυλα. Με την εισαγωγή της ντομάτας από τον Νέο Κόσμο αρχίζουν γύρω στο 1800 να εμφανίζονται και οι πρώτες σάλτσες ντομάτας για μακαρόνια, που ήταν κυρίως ντομάτες που βράζονταν με αλάτι και βασιλικό και σύντομα αρχίζει να χρησιμοποιείται το πιρούνι με τα 4 δόντια το οποίο μπορεί να μεταφέρει με λιγότερες απώλειες τα σπαγγέτι από το πιάτο στο στόμα.

Η όλη διαδικασία παραγωγής των ζυμαρικών αρχίζει περί τα τέλη του 19ου αιώνα να αυτοματοποιείται και να απλώνεται όχι μόνο σε ολόκληρη την Ιταλία αλλά και σε όλο τον κόσμο γενικότερα, και αρχίζουμε πλέον να μιλούμε για την Βιομηχανία Ζυμαρικών.
Σήμερα, τα ζυμαρικά αποτελούν ένα από τα βασικά διατροφικά προϊόντα πολλών λαών και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γής, άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες απολαμβάνουν τις φημισμένες παραδοσιακές Ιταλικές συνταγές αλλά και χιλιάδες παραλλαγές, προσαρμοσμένες στις ιδιομορφίες και τα γούστα της κάθε χώρας.


Παρ' όλο που είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι τα ζυμαρικά σαν συνηθισμένο τρόφιμο δεν παχαίνουν περισσότερο από ότι το ρύζι ή τα όσπρια, η λανθασμένη αντίληψη ότι τα ζυμαρικά παχαίνουν μόλις πρόσφατα άρχισε να ξεπερνιέται στον Κυπριακό χώρο. Βέβαια, η κατανάλωση ζυμαρικών στη χώρα μας είναι ακόμα σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα από ότι σε πολλές άλλες αναπτυγμένες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία, Ελλάδα, σημειώνει όμως σταθερή αύξηση χρόνο με χρόνο.

Τα μακαρόνια θεωρούνται σήμερα σαν ένα από τα βασικά πιάτα της περίφημης "Μεσογειακής Δίαιτας". Μία πηγή ενέργειας εύπεπτη και υγιεινή, με ευεργετικές επιδράσεις στον οργανισμό και χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπη.
Σε πολλά καρδιολογικά Συνέδρια υποστηρίζεται η άποψη ότι η κατανάλωση ζυμαρικών βοηθά στην αποφυγή της υπέρτασης και των καρδιακών ασθενειών.

Τα ζυμαρικά είναι μία τροφή πλούσια σε σύνθετους υδατάνθρακες, σίδηρο, ασβέστιο, πρωτεΐνες και βιταμίνες της ομάδας Β ( Θειαμίνη, Ριβοφλαβίνη, Νιασίνη), και ιδιαίτερα χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπη, χοληστερόλη και νάτριο.

Μία κανονική μερίδα από μακαρόνια ( 100 γρ περίπου ) περιέχει λιγότερο από 2 γραμμάρια λίπους και μόνο 342 θερμίδες, δηλαδή κάπου 14% των καθημερινών μας αναγκών σε θερμίδες, ενώ μας δίνει 75 γρ υδατάνθρακες και 13 γρ πρωτεΐνες. Συνδυάζοντας τα με απλές σάλτσες με λαχανικά, ψαχνό κρέας, πουλερικά ή ψάρια, και γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά μπορούν να αποτελέσουν ένα πλούσιο σε γεύση και χαμηλό σε θερμίδες γεύμα.

Επιπλέον, οι σύνθετοι υδατάνθρακες που περιέχουν αποτελούν την καλύτερη πηγή ενέργειας που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός.

Τα σάκχαρα "αργής καύσης" που περιέχουν οι σύνθετοι υδατάνθρακες, αφομοιώνονται σιγά-σιγά από τον οργανισμό, σε αντίθεση με τα σάκχαρα "ταχείας καύσης" τα οποία αφομοιώνονται αμέσως και αυξάνουν απότομα το ποσοστό σακχάρου στο αίμα, κάτι που συχνά προκαλεί καρδιαγγειακές διαταραχές.

Αυτή η αργή καύση των σύνθετων υδατανθράκων διατηρεί την ενέργεια στο σώμα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και είναι γι' αυτό τον λόγο που τα ζυμαρικά συστήνονται ιδιαίτερα για τους αθλητές, αλλά και για τα παιδιά. Τα ζυμαρικά είναι εξ' ίσου ιδανικά και για την τρίτη ηλικία, λόγω του ότι είναι από τα πιο εύπεπτα, αλλά και πιο εύκολα στην προετοιμασία φαγητά.

Η ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας ζυμαρικών είναι συνομήλικη της τεχνολογίας της. Προτού εμφανισθούν στην ελληνική αγορά τα κατά περιόδους σύγχρονα μηχανήματα παραγωγής, η κινητήριος δύναμη του πιεστηρίου, ξύλινου κατά περίπτωση, δεν ήταν άλλη από το γαϊδουράκι ή το άλογο!

Η επιχείρηση ζυμαρικών Αφοί Χαραλαμπόπουλοι ΑΕ, η αρχαιότερη εν Ελλάδι σήμερα εταιρεία του κλάδου, με τα μακαρόνια «Star», όπως την ξέρουν οι καταναλωτές, πέρασε από όλα τα στάδια της βιομηχανικής επανάστασης, έτσι όπως τα έζησε η ελληνική βιομηχανία από τον περασμένο αιώνα ως σήμερα. Πρωτίστως λειτούργησε ως οικοτεχνία, ακολούθως ως βιοτεχνία και εν συνεχεία μετασχηματίστηκε σε βιομηχανία. Και προτού τα προϊόντα της γίνουν γνωστά με την επωνυμία «Star», οι καταναλωτές στα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές του 20ού γνώριζαν τα ζυμαρικά «Βεζούβιος».

* Η πρώτη οικοτεχνία
Η ιστορική διαδρομή της αρχίζει το 1875 στην περιοχή της Αρκαδίας και συγκεκριμένα στην Τεγέα, όταν ο Β. Χαραλαμπόπουλος δημιούργησε μια οικοτεχνία που παρήγαγε μακαρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1890, η οικοτεχνία της Τεγέας μεταφέρεται στο Ναύπλιο και μετατρέπεται σε βιοτεχνία από τους Χαρ. Χαραλαμπόπουλο και Θ. Χαραλαμπόπουλο (παππού του σημερινού διευθύνοντος συμβούλου). Τότε στο Ναύπλιο λανσάρεται και η πρώτη μάρκα ζυμαρικών με την επωνυμία «Βεζούβιος» ­ ίσως να είναι και τα πρώτα επώνυμα ζυμαρικά στην ιστορία του κλάδου ­ και η επιχείρηση ονομάζεται «Χαραλαμπόπουλος Μακαρόνια». Και η οικοτεχνία αλλά και η μετέπειτα βιοτεχνία ήταν ιπποκίνητες, δηλαδή το συμπιεστήριο το έθεταν σε κίνηση με γαϊδουράκι ή άλογο.

Μετά από περίπου 20 χρόνια, το 1909, ο Θ. Χαραλαμπόπουλος φεύγει από το Ναύπλιο και αναζητεί την τύχη του στον Πειραιά, που λόγω του λιμανιού είχε αρχίσει να γνωρίζει βιομηχανική αίγλη. Η νέα βιοτεχνική μακαρονοποιία, που δημιουργήθηκε στην κεντρική αγορά του Πειραιά, στην οδό Μπουμπουλίνας, είναι πλέον δική του. Μέσα στα επόμενα χρόνια το προστατευτικό νομικό πλαίσιο που έχει θεσπισθεί, όπως επισημαίνει ο Αγγ. Αγγελόπουλος στη μελέτη του «Αι Ανώνυμαι Εταιρείαι εν Ελλάδι» (1928), είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική βιομηχανία να «εμφανίζει μίαν υπερτροφικήν ανάπτυξιν».

* «Οι δουλειές πάνε καλά»
Πράγματι η βιοτεχνία παραμένει υποτυπώδης και η ιπποκίνηση αντικαθίσταται από το γκάζι αλλά «οι δουλειές πηγαίνουν καλά», αν και η ξήρανση των ζυμαρικών είναι φυσική ­ γινόταν με τον αέρα και εξαρτιόταν από τις καιρικές συνθήκες! Ετσι λίγο αργότερα ο Θ. Χαραλαμπόπουλος θα αναζητήσει νέο εργοστάσιο σαφώς μεγαλύτερο της βιοτεχνίας της οδού Μπουμπουλίνας.

Στην ιστορία της επιχείρησης η επόμενη τομή χρονικά συμπίπτει με το κρίσιμο 1922. Τη χρονιά που συντελείται η μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού στον αιώνα μας η μικρή βιοτεχνία «ανδρώνεται» και αποκτά πλέον διαστάσεις βιομηχανίας. Στη λειτουργία του εργοστασίου ­ το οποίο παραμένει στον Πειραιά, αλλά μεταφέρεται στην οδό Αριστείδου ­ ενσωματώνεται νέος, σύγχρονος για την εποχή του, μηχανολογικός εξοπλισμός, γεγονός που επιτρέπει στον χρόνο της ξήρανσης των μακαρονιών να μειωθεί από 10 σε πέντε ημέρες. Επίσης ο όγκος παραγωγής, που ήταν μόλις 200 οκάδες στη μία βάρδια το 1909, έγινε αργότερα 800 οκάδες και το 1922 εκτοξεύθηκε στις 2.500 οκάδες.

Μετά τον Αύγουστο του 1922, όταν περίπου δύο εκατομμύρια ξεριζωμένοι πρόσφυγες κατακλύζουν τον ελλαδικό χώρο, τα δεδομένα στην ελληνική αγορά και στην οικονομία γενικότερα ανατρέπονται. Φθηνά εργατικά χέρια υπάρχουν άφθονα και πολύ περισσότερα «στόματα που πρέπει να χορτάσουν». Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1924 η αξία της βιομηχανικής παραγωγής ζυμαρικών ανήλθε στα 66.700.000 δρχ. ενώ το 1921 έφθασε στα 40.500.000 δρχ., αυξήθηκε δηλαδή περίπου κατά 60%. Μάλιστα μέσα σε διάστημα μόλις τριών χρόνων η συνολική αξία της βιομηχανικής παραγωγής ειδών διατροφής αυξήθηκε κατά τέσσερις φορές.

Την ίδια χρονιά, το 1922, αρχίζει να δραστηριοποιείται στην εταιρεία και ο γιος του Θεόδωρου, ο Σαράντος Χαραλαμπόπουλος, και το 1930, όταν ο πατέρας αποσύρεται, οι Ιωάννης και Χαρ. Χαραλαμπόπουλος συμμετέχουν στη διοίκηση της επιχείρησης. Ετσι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος γίνεται διευθύνων σύμβουλος και τα άλλα δύο αδέλφια του καταλαμβάνουν τις θέσεις του τεχνικού και του οικονομικού διευθυντή. Η νέα διοίκηση προχωρεί σε αλλαγή του μηχανολογικού εξοπλισμού και έτσι αλλάζουν ο τρόπος παραγωγής και ο τρόπος ξήρανσης. Η ξήρανση των ζυμαρικών, που αποτελεί κρίσιμο μέγεθος στην εξέλιξη της συγκεκριμένης βιομηχανικής κατηγορίας, από πέντε ημέρες γίνεται σε 8-100 ώρες.

* Η γερμανική επίταξη
Το 1940 το εργοστάσιο κλείνει λόγω του πολέμου και αρχίζει να επαναλειτουργεί το 1941 αφού έχει επιταχθεί. Στη διάρκεια της Κατοχής συνεχίζει να λειτουργεί και το 1948 καταστρέφεται από πυρκαϊά. Το 1952 μεταφέρεται στην οδό Κέκροπος, λανσάρεται ο λογότυπος «Star» και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά τα ζυμαρικά διαίτης. Η μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη αναδεικνύει την επιχείρηση σε μία από τις πιο σημαντικές του κλάδου. Ισως είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τις περισσότερες από 40 βιομηχανίες που λειτουργούσαν στον κλάδο αυτή την εποχή ελάχιστες πλέον έχουν απομείνει εν ζωή. Επιβεβαίωση του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει αποτελεί το γεγονός ότι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος από το 1961 ως και το 1965 είναι πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Βιομηχάνων Ζυμαρικών.

Το 1973 το εργοστάσιο μεταφέρεται στην Ελευσίνα και γίνονται επενδύσεις σε νέο βιομηχανικό εξοπλισμό και το 1979 με τη Nestle Βρετανίας και με εισαγωγική εταιρεία της Ιταλίας, την πολυεθνική Cirio. Η εξαγωγική δραστηριότητά της είναι ιδιαίτερα σημαντική και το 1981 απονέμεται στην εταιρεία το
βραβείο εξαγωγών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Εκτοτε οι ξένες αγορές αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα για την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησης, αφού και σήμερα το 65% της συνολικής παραγωγής της προωθείται σε ξένες αγορές, όπως των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Νιγηρίας, της Βρετανίας και του Ισραήλ. Στις δεκαετίες όμως του 1980 και του 1990 τα δεδομένα στον κλάδο έχουν αλλάξει δραματικά. Η είσοδος ξένων επιχειρήσεων προκαλεί ένταση του ανταγωνισμού, ο οποίος επιτείνεται από την εκτεταμένη πλέον πώληση προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας» από τις αλυσίδες των σουπερμάρκετ.

* «Ιδιωτική ετικέτα»

Οπως υποστηρίζει ο κ. Θ. Χαραλαμπόπουλος, δύο φορές έφθασε στο σημείο να πωλήσει την εταιρεία. Και τις δύο φορές υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή φθάνοντας στο σημείο να πωλήσει όλη την οικογενειακή ακίνητη περιουσία που διέθετε προκειμένου να την εξυγιάνει και να τη διατηρήσει εν λειτουργία. Αναζητεί νέες αγορές, παράγει προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας» (όμιλος Μαρινόπουλου, Unilever και Fytro) και προσπαθεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των αναπτυξιακών νόμων.

Παράλληλα το 1992 η εταιρεία Αφοί Θ. Χαραλαμπόπουλοι ΑΕ επιχειρεί να αναπτυχθεί στην Ουκρανία και συγκεκριμένα στην Οδησσό, χωρίς όμως αποτέλεσμα, και το 1996 δημιουργεί νέο εργοστάσιο στην Κομοτηνή. Οι πωλήσεις της κυμαίνονται περί το 1,5 δισ. δρχ. και, μετά από τέσσερις ζημιογόνες οικονομικές χρήσεις, το 1999 θα παρουσιάσει κέρδη 250 εκατ. δρχ. Ετσι ευελπιστεί ότι θα κατορθώσει ως το 2001 να καθετοποιήσει την επιχείρηση διαθέτοντας και μύλο έτσι ώστε να κατορθώσει να διαβεί τις «πύλες της Σοφοκλέους» και ειδικότερα την παράλληλη αγορά προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της στις νέες παγκοσμιοποιημένες συνθήκες της οικονομίας, 125 χρόνια μετά τη δημιουργία της.

Τέσσερα χρόνια όργωνε η Ορέτα Ζανίνι ντε Βίτα την Ιταλία. Έψαξε σε αρχεία, αποκρυπτογράφησε παλιά χειρόγραφα, μίλησε σε εκατοντάδες ανθρώπους. Το αποτέλεσμα ήταν η «Εγκυκλοπαίδεια των Ζυμαρικών», ένα βιβλίο- θησαυρός για κάθε σύγχρονο... μακαρονά που σέβεται τον εαυτό του και την Ιστορία.

Η Ορέτα Ζανίνι ντε Βίτα γεννήθηκε πριν από 73 χρόνια στην Μπολόνια. Ο πατέρας της ήταν αρχιτέκτονας και ζωγράφος. Η μητέρα της πέθανε λίγο μετά τη γέννα και η Ορέτα έμαθε να μαγειρεύει από τις καλόγριες. «Έφευγα πάντα νωρίτερα από την αίθουσα μελέτης για να δω τι μαγείρευε η αδελφή στην κουζίνα», θυμάται.

Μεγαλώνοντας, η Ορέτα εξελίχθηκε σε σπουδαία μαγείρισσα και εξίσου επιφανή ιστορικό των τροφίμων. Η «Εγκυκλοπαίδειά» της δεν είναι βιβλίο μαγειρικής. Είναι ένα βιβλίο κοινωνικής ιστορίας. Μέσα από εκατοντάδες περιγραφές ειδών ζυμαρικών, με εξηγήσεις όσον αφορά την προέλευση, τον τρόπο παρασκευής και μαγειρέματός τους, τοποθετεί τα ζυμαρικά στο κοινωνικό και ιστορικό τους περιβάλλον. Ταυτόχρονα, σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας χώρας με τόσο διαφορετικά έθιμα «που είναι να απορεί κανείς πώς ενώθηκε» - και τόσο φτωχής για τόσο πολύ καιρό, ώστε τα ζυμαρικά ήταν πολυτέλεια για 4 στους 5 Ιταλούς μέχρι την εποχή της άνθησης, που άρχισε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για αιώνες «τα έτρωγαν μόνο μέσα σε σούπες λαχανικών», λέει η Ορέτα. Στη νότια περιοχή Μπαζιλικάτα, τα γεύονταν μόνο δύο, τρεις φορές τον χρόνο: Πάσχα, Χριστούγεννα και Καρναβάλι». Το αλεύρι ήταν για τους πλούσιους. «Οι φτωχοί δεν το έβλεπαν ούτε ζωγραφιστό». Μια φορά σε ένα εστιατόριο στην Απουλία, βρήκε ένα πιάτο που λεγόταν spaghetti di grano arso con le vongole, σπαγγέτι από καμένο αλεύρι με μύδια. Έχει μείνει από τις ημέρες που οι φτωχοί χτένιζαν το δάπεδο στο αλώνι για υπολείμματα από το άλεσμα, ψήνοντας ό,τι έβρισκαν.

Η ιστορία της pasta είναι η ιστορία της Ιταλίας. Τα orecchiette της Απουλίας, για παράδειγμα, «μικρά αυτιά» που φέρουν τα δαχτυλικά αποτυπώματα της μαγείρισσας: χρονολογούνται στην κυριαρχία της Νότιας Ιταλίας από τους Ανγεβίνους της Γαλλίας, τον 13 αιώνα. Είναι τόσα πολλά και διαφορετικά τα είδη των παραδοσιακών ζυμαρικών, που αποδεικνύουν ότι η μαγειρική «ήταν ένας τρόπος για τις γυναίκες να εκφράσουν τη δημιουργικότητα και τη φαντασία τους, με ελάχιστους ή και καθόλου πόρους».

Τα gnocchi ricci, για παράδειγμα, σπεσιαλιτέ της Αματρίτσε (αν και η συγκεκριμένη πόλη είναι πιο γνωστή για το spaghetti all΄ amatriciana), φτιάχνονται ζυμώνοντας μαζί μια ζύμη φτιαγμένη από αλεύρι και αυγά και μια άλλη φτιαγμένη με αλεύρι, καυτό νερό και αλάτι. Ή τα avemarie, που χρειάζεται να βράσουν όσο ακριβώς χρόνο θέλει κανείς για να πει το Χαίρε Μαρία. Ή ακόμα τα abbotta pezziende: κοντά ζυμαρικά που σημαίνουν «τάισε τον ζητιάνο» στη διάλεκτο του Αμπρούτσο. «Στο φαγητό, υπάρχει μεγάλος τοπικισμός. Όλοι πιστεύουν πως έχουν την πιο αυθεντική συνταγή».

Σε μια πόλη στο Λάτσιο, το ίδιο είδος το αποκαλούν με δύο διαφορετικά ονόματα- ανάλογα τη συνοικία. Η Ορέτα τα θεωρεί κάπως αστεία όλα αυτά - όπως και τη συζήτηση που μαίνεται σήμερα στην Ιταλία, για το αν μπορούν οι μετανάστες, οι «ξένοι», να φτιάξουν ιταλική πάστα. «Είναι απλώς θέμα τεχνικής και υλικών, είναι εντελώς ανόητο λοιπόν να πιστεύει κανείς πως δεν μπορούν». Παρ΄ όλα αυτά, ίσως να τους λείπει κάτι: «Οι ξένοι ίσως να δυσκολευτούν λίγο να αυτοσχεδιάσουν. Ή να ακολουθήσουν το ένστικτό τους. Εμείς οι Ιταλοί, βλέπετε, έχουμε τα ζυμαρικά στο DΝΑ μας».

ΠΕΝΝΕΣ ΜΕ ΣΠΑΝΑΚΙ & ΣΑΛΤΣΑ ΦΕΤΑΣ
Από τη Μάρω Φασουλή

ΥΛΙΚΑ
(Για 2 άτομα)
  • 320 γρ. μακαρονάκι
  • 50 γρ. ελαιόλαδο Άλτις Παραδοσιακό
  • 2 σκελ. σκόρδο
  • 250 γρ. φέτα 
  • 100 γρ. γάλα κατσικίσιο
  • 5 - 6 ντοματίνια 
  • 130 γρ. σπανάκι φρέσκο 
  • Αλάτι - πιπέρι 
  • Θυμάρι 
  • Θρούμπι
ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Βράζουμε τα μακαρονάκια σε αλατισμένο νερό μόνο για 3 λεπτά, για να συνεχίσουμε το βράσιμο μέσα στη σάλτσα. Σε ένα αντικολλητικό μεγάλο τηγάνι βάζουμε το λάδι και ρίχνουμε τη φέτα θρυμματισμένη. Προσθέτουμε το θυμάρι, το θρούμπι και το σκόρδο, τσιγαρίζουμε για 1 λεπτό. Προσθέτουμε το γάλα. Μόλις πάρει μια βράση η σάλτσα μας προσθέτουμε τα ζυμαρικά.
Προσθέτουμε τα ντοματίνια κομμένα στη μέση. Μόλις πιουν τα μακαρόνια το πολύ γάλα προσθέτουμε το σπανάκι σε μεγάλα κομμάτια. Αποσύρουμε από τη φωτιά και σερβίρουμε.

Φωτογραφικό υλικό





Με ετικέτα: μάθε και αυτό

Αρθρογραφος

kulturosupa.gr
kulturosupa.gr

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή