«Η Άβολη»: Μια ιστορία του Σ. Παρχαρίδη εμπνευσμένη από φωτογραφία της αναγνώστριας Θεοδώρας Μπάτση.

6945 Views
«Η Άβολη»: Μια ιστορία του Σ. Παρχαρίδη εμπνευσμένη από φωτογραφία της αναγνώστριας Θεοδώρας Μπάτση. «Η Άβολη»: Μια ιστορία του Σ. Παρχαρίδη εμπνευσμένη από φωτογραφία της αναγνώστριας Θεοδώρας Μπάτση.

 

«Εικόνων Λέξεις» 

- Κάθε Κυριακή στο Kulturosupa.gr
.
.
.
Μια πρωτότυπη ιστορία του σκηνοθέτη και ηθοποιού Σταύρου Παρχαρίδη* εμπνευσμένη από μια φωτογραφία της αναγνώστριας Θεοδώρας Μπάτση.
(για συμμετοχή, δείτε παρακάτω).
  .
Επεισόδιο εικοστό έβδομο: «Η 'Αβολη».
 
 
Ήταν η περίοδος που ο χρόνος είχε χάσει την ροή του και οι εποχές δεν άλλαζαν όπως στο παρελθόν. Τι και αν το ημερολόγιο έλεγε πως ήταν καλοκαίρι, όλα γύρω θύμιζαν βαθύ χειμώνα. Ο ήλιος δεν έλεγε να βγει και το πράσινο στα δέντρα ήταν πλέον μια σπάνια εικόνα. Το γρασίδι, που και αυτό κάποτε σαν το χτυπούσε ο καλοκαιρινός ήλιος κιτρίνιζε και έμοιαζε με χρυσαφένιο τάπητα στο παλάτι της γης, τώρα ήταν μόνιμα γκρίζο. Το χώμα από καφέ σκούρο ή κόκκινο, γκρίζο και αυτό. Τα μονοπάτια της χαράς όπως πάντα ευκολοδιάβατα, μα γκρίζα και τούτα.
 
Όλοι έβλεπαν την περίεργη αλλαγή, μα κανένας δεν τολμούσε να ρωτήσει γιατί έγιναν έτσι τα πράγματα, και όσοι μπορούσαν δεν έκαναν κάτι για να αλλάξει αυτό. Περνούσαν αλλόκοτα πια οι εποχές και το συνήθισαν όλα τα πλάσματα στη γη. Ακόμα κι αν όλα γίνονταν ξανά όπως παλιά, αυτό θα τους φαινόταν περίεργο και καθόλου μα καθόλου λογικό. Το παράλογο είχε αρχίσει να γίνεται το λογικό και το λογικό είχε χάσει την όποια λογική διέθετε κάποτε.
.
 
Η ανάγκη να μπορέσει κάποιος να προσαρμοστεί στην ακατανόητη τούτη παράλογη αλλαγή, έκανε ακόμη και πράγματα, αντικείμενα,  που μέχρι τότε δεν μιλούσαν, να αρχίσουν κι αυτά να μιλούν. Ανάμεσά τους, μουρμούριζε με δυσαρέσκεια και μια καρέκλα. Ένα ξύλινο, άψυχο αντικείμενο, το οποίο ήταν καταδικασμένο να υπομένει το βάρος όσων δεν νοιαζόταν. Άκουγε με υπομονή για πολύ καιρό όλα όσα έλεγαν όσοι καθόταν πάνω της. Άκουγε και μάθαινε. Ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα περίσσευε, ο χρόνος της θα τελείωνε μέσα στο σπιτικό που όλοι έλεγαν, μα κανένας δεν έπραττε. Έτσι ένα σκούρο απόγευμα ήρθε η ώρα να φύγει από εκεί. Όχι γιατί τα χρόνια της είχαν περάσει, αλλά γιατί όποιος καθόταν επάνω της ένοιωθε άβολα. Η ίδια δεν έκανε κάτι γι' αυτό, μα όλοι με το που θρονιάζανε τα αξιότιμα οπίσθιά τους πάνω της, το πρώτο που έλεγαν ήταν, το πόσο άβολη ήταν. Έτσι σύντομα είδε την εξώπορτα του σπιτιού, να κλείνει πίσω της. Για αρχή την τοποθέτησαν δίπλα σε ένα παγκάκι όπου καθόταν περαστικοί. Μετά ένας από αυτούς την πήρε και την πήγε απέναντι από ένα δέντρο το οποίο ακολουθώντας το παράδοξο του καιρού, ήταν γκρίζο.
 
Στεκόταν εκεί αμίλητη, για αρκετό καιρό, σαν να μην είχε τίποτα να πει, ενώ είχε τόσα μέσα της κρυμμένα. Το δέντρο από απέναντι την κοιτούσε, μα και εκείνο δεν έβγαζε κουβέντα. Άκουγαν και οι δυο τους, αυτόν που έφερε την καρέκλα εκεί. Κάθε μέρα ερχόταν και μιλούσε στο δέντρο. Πολλές φορές, τις περισσότερες, παραπονιόταν, πως όλα αλλάζουνε και πως αν είχε την δύναμη θα έκανε τα πράγματα όπως ήταν παλιά.Πάντα έφευγε την ίδια ώρα, αφού όπως συνήθιζε να λέει, ήταν η στιγμή που έπρεπε να φάει και να κοιμηθεί. Άλλες φορές δεν μιλούσε καθόλου, μα στέκονταν καθιστός και μετρούσε κλαδιά και παρακλάδια στο απέναντι δέντρο. Σπάνια έφερνε ένα βιβλίο μαζί του και διάβαζε μερικές σελίδες. Ακόμη πιο σπάνια απήγγειλε ένα ποίημα. Από αυτά που έμαθε τότε στην νιότη του. Αρκετά από αυτά δεν τα θυμόταν ολόκληρα, αλλά τι σημασία είχε, άλλωστε , ποιος τον άκουγε; Κανείς. Κανείς δεν ακούει έναν που λέει ένα ποίημα έστω και μισό.  Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Πάντα όμως την ίδια ώρα, έπαιρνε το μονοπάτι που τον απομάκρυνε από την καρέκλα και το δέντρο και πήγαινε να φάει και να κοιμηθεί. Το να φάει και να κοιμηθεί ξαφνικά ακουγόταν πολύ πιο σημαντικό από το να ακούσει κανείς το ημιτελές ποίημα που έλεγε.
 
 
Ένα από τα καλοκαιρινά γκρίζα, χειμωνιάτικα απογεύματα, η καρέκλα μόλις έφυγε ο μοναδικός επισκέπτης κοίταξε το δέντρο και είπε. «Γιατί δεν είσαι πράσινο όπως πρέπει τούτη την εποχή; Πώς το αντέχεις το καλοκαίρι με τόσο χειμώνα παντού;» Το δέντρο κοίταξε την καρέκλα και απάντησε. «Λες να μην θέλω; Λες να μπορώ και να μην θέλω; Όσο και να προσπαθώ σαν πάει να σκάσει μπουμπούκι σε κλαδί, κλωνάρι, παρακλάδι, κάτι γίνεται και μαραίνεται. Ο νέος τούτος καιρός μ’ έκανε στείρο, στείρο σε θέληση, στείρο σε ιδέες μα στείρο και σε αγανάκτηση. Θέλω να ουρλιάξω το δίκιο μου. Θέλω, μα δεν τολμώ.» «Τι είναι αυτό που σε κάνει να σιωπάς να στέκεσαι εκεί στο γκρίζο ριζωμένο. Οι ρίζες σου να μεγαλώνουν κάτω από το γκρίζο;» «Έμαθα έτσι; Μου έμαθαν έτσι; Τι να πω, μάλλον τελικά συνήθισα έτσι.» «Μπορεί κάποιος να συνηθίσει το τίποτα; Μπορεί κάποιος να γίνει, κι αν δεν γίνει, να μοιάζει με το τίποτα;» ρώτησε το δέντρο η καρέκλαπου όποιος καθόταν πάνω της έλεγε πως είναι άβολη «Το τίποτα πρέπει να μπορεί κανείς να το καταλάβει, όσο πιστεύει πως υπάρχει κάτι, αντί για το τίποτα, το μόνο που κάνει είναι να περιμένει μήπως αλλάξει αυτό το κάτι. Έτσι περνά ο καιρός και για μένα. Ζω στο τίποτα που νομίζω πως είναι κάτι. Εσύ; » «Εγώ, έμαθα να ξεχωρίζω το τίποτα με τον πιο περίεργο τρόπο.» Το δέντρο αν και το λογικό ήταν να ρωτήσει και να μάθει ποιος είναι αυτός ο τρόπος, δεν το έκανε, αντίθετα κοίταξε προς τα πάνω και είπε. «άσχημο χειμώνα θα έχουμε και τούτο το καλοκαίρι.» Η καρέκλα που όποιος καθόταν πάνω της ένοιωθε άβολα, κατάλαβε πως τους χειμώνες στα καλοκαίρια τους φέρνουν δέντρα που δεν ρωτούν, δεν ψάχνουν, δεν νοιάζονται. Δέντρα που έχουν ρίζες βαθιές μέσα στο γκρίζο χώμα που ποτέ δεν θα γίνει γόνιμο.
 
.
Ήταν μια μέρα που έδειχνε πως θα μοιάζει με τις άλλες όταν ήρθε ένας περαστικός και κάθισε πάνω στην καρέκλα. Είπε « Θεέ μου, τι βολική καρέκλα είναι αυτή! Νομίζω ότι μπορώ να κάθομαι ώρες πάνω της και να γράφω. Ποιος ανόητος πέταξε μια τόσο βολική καρέκλα;» Πρώτη φορά, μετά από καιρό η καρέκλα άκουσε να της λένε πως είναι βολική. Ο περαστικός πήρε την καρέκλα και έφυγε. Στα χνάρια που είχαν αφήσει τα τέσσερά της πόδια, το γρασίδι είχε γίνει πράσινο. Το δέντρο το είδε και φώναξε δυνατά «Μην αφήνετε αυτή την καρέκλα, να μείνει στην υπηρεσία εκείνου που γράφει και την βρίσκει βολική. Κάτι τέτοιοι κάνουν τα καλοκαίρια να μην μοιάζουν με χειμώνες.» Την άκουσαν οι ρίζες της και έστειλαν παραρίζια να τους βρουν να τους χωρίσουν.
 
«Δεν ξέρω για πόσο θα είμαστε μαζί.» Είπε αυτός που έγραφε για την πολύχρωμη άνοιξη,τα ζεστά καλοκαίρια, το μελαγχολικό φθινόπωρο και τους λευκούς χειμώνες. «Μα όσο θα είμαστε μαζί τίποτα δεν θα είναι γκρίζο γύρω μας κι ας είμαστε εδώ, μόνο εσύ και γω.»
 
Η καρέκλα δεν είπε τίποτα. Έμεινε κοντά του μέχρι που η πένα του έκανε το δέντρο καταπράσινο την άνοιξη, το γρασίδι χρυσαφένιο το καλοκαίρι, τα φύλλα καφεκόκκινα το φθινόπωρο και τα ακροβούνια λευκά τον χειμώνα.
 
«Η εποχές μπορούν να αλλάξουν ακόμη κι αν νομίζει κανείς πως άλλαξαν για πάντα.»
 
Είπε ένας που είδε το πράσινο γρασίδι που άφησαν σαν αποτύπωμα εκεί που πατούσαν τα πόδια της καρέκλας σαν την είπε «βολική» ο άνθρωπος που έγραφε.
 
Το γκρίζο δέντρο έστειλε ρίζες και παραρίζια να τους βρουν.
 
Σταύρος Παρχαρίδης
10-7-2021
Αθήνα
 
Θεοδώρα Μπάτση σε ευχαριστώ για την φωτογραφία και την εμπιστοσύνη.
 
υγ: Οι «Εικόνων Λέξεις» ολοκληρώνουν τον πρώτο κύκλο και επανέρχονται ανανεωμένες το φθινόπωρο στην Κουλτουρόσουπα με νέες ιστορίες και φωτογραφίες. Ως τότε απαθανατίστε στιγμές, αισθήσεις, πρόσωπα και γεγονότα.
 
Καλό Καλοκαίρι

 

*Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος άρθρου, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.

 
Δείτε όλες τις δημοσιευμένες ιστορίες των «Εικόνων Λέξεις» με μια ματιάεδώ
---
«Εικόνων Λέξεις»:  Η Κυριακάτικη στήλη του Kulturosupa.gr και Σταύρου Παρχαρίδη προκαλεί και προσκαλεί καλλιτέχνες & αναγνώστες.



Απαθανατίστε στέλνοντας μας μια ή περισσότερες εικόνες και με αφορμή την φωτογραφία σας θα γραφτεί μια πρωτότυπη ιστορία στην "Κ" από τον Σταύρο Παρχαρίδη που αργότερα θα εκδοθεί σε βιβλίο, έτσι οι «κρυφές ιστορίες αδάμαστων εικόνων» θα γίνουν ο σιωπηλός μάρτυς των λέξεων που κρύβουν οι εικόνες.  Δείτε σχετικά εδώ.
 
 ..
Ακολουθήστε το Kulturosupa.gr στα social media
 ..
      

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Σταύρος Παρχαρίδης
Σταύρος Παρχαρίδης
Γεννήθηκε το 1966 στην Μπάκνακ Γερμανίας. Σπούδασε δημοσιογραφία και υποκριτική. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες μικρού μήκους «Πορεία» και «Αγαπημένη Πόλη» καθώς και ντοκιμαντέρ που προβλήθηκαν σε διάφορα φεστιβάλ. Σαν ηθοποιός έχει συμμετάσχει σε ταινίες των: Θ. Αγγελόπουλου, Π. Βούλγαρη, Σ. Τσαρουχά, Π. Καρκανεβάτου, Ν. Βεζυργιάννη, Ζ. Σαμολαδά. Γράφει σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση καθώς και θεατρικά έργα, τραγούδια, παραμύθια και ένα μυθιστόρημα. Έχει σκηνοθετήσει θεατρικά έργα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου. Η Καλλιτεχνική του δράση επικεντρώνεται τα τελευταία χρόνια στις δράσεις της καλλιτεχνικής – θεατρικής, αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας «Μαίωτρον» με τις ιδιότητες του ηθοποιού και σκηνοθέτη . Μέσα από την οποία έχει οργανώσει πλήθος καλλιτεχνικών δράσεων. Ασχολείται με την φωτογραφία το βίντεο και τις εικαστικές τέχνες, έργα του έχουν εκτεθεί στο εξωτερικό .

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
Εφημερεύοντα Νοσοκομεία ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή