Γνωστές και άγνωστες ιστορίες λογοκρισίας στην Ελλάδα μέσα από ένα λεξικό

705 Views
Γνωστές και άγνωστες ιστορίες λογοκρισίας στην Ελλάδα μέσα από ένα λεξικό Γνωστές και άγνωστες ιστορίες λογοκρισίας στην Ελλάδα μέσα από ένα λεξικό

 


Το Λεξικό της Λογοκρισίας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου αποτελεί μια χαρτογράφηση του φαινομένου της λογοκρισίας στην Ελλάδα μέσα από την καταγραφή και την κριτική ανάλυση εμβληματικών περιπτώσεων. 

Το λεξικό εστιάζει στην περίοδο από τη μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, με κείμενα και λήμματα στα οποία παρουσιάζεται η λογοκρισία Τύπο, στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία κ.ο.κ. Το υλικό του καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων από τον αντικομμουνισμό μέχρι τη βλασφημία, και από τον Θίασο του Θ. Αγγελόπουλου μέχρι την καταδίκη του «Γέροντα Παστίτσιου». Αποτελεί έτσι ένα μωσαϊκό που παρέχει στον αναγνώστη υλικό για να γνωρίσει, να αξιολογήσει, να ξαναδεί και να αποτιμήσει τη νεότερη ελληνική εκδοχή ενός διαχρονικού φαινομένου.

Συναντήσαμε τους επιμελητές του λεξικού προκειμένου να μάθουμε περισσότερα για τη λογοκρισία. 

Κάνετε στο βιβλίο σας μια ιστορική ανασκόπηση της λογοκρισίας στην Ελλάδα. Ποια πιστεύετε είναι η περίοδος με τα πιο τρανταχτά παραδείγματα και γιατί;

Π. Πετσίνη: Αδιαμφισβήτητα τα περισσότερα περιστατικά απαντώνται σε περιόδους απολυταρχικών καθεστώτων: από το τελετουργικό κάψιμο των βιβλίων στις πλατείες επί καθεστώτος Μεταξά ως τη «Στοργή στο Λαό» της Χούντας των Συνταγματαρχών που πετσόκοβε τις κινηματογραφικές ταινίες, η λογοκρισία εκεί είναι ο κανόνας του κράτους και τα παραδείγματα αναρίθμητα. Ωστόσο, σε κάθε ιστορική περίοδο υπάρχουν «τρανταχτά» όπως τα αποκαλείτε παραδείγματα, για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά. Είτε γιατί προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις και δημόσια συζήτηση που με τη σειρά τους δημιούργησαν ρήξεις στη λογοκριτική συνέχεια, είτε γιατί είναι ενδεικτικά του εκάστοτε πολιτικού ή κοινωνικού διακυβεύματος, ή ακόμη και γιατί μοιάζει να  βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με το κλίμα και τις κατακτήσεις της συγκεκριμένης εποχής. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποια έναντι άλλων, είναι όμως χρήσιμο να τα δει συγκριτικά γιατί έτσι μπορεί να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα όχι μόνο για το θεσμικό κομμάτι της λογοκρισίας αλλά και για την κοινωνική πρόσληψή της. Για παράδειγμα, γιατί η κάλυψη των γυμνών του νεαρού Επαμεινώνδα Παπαδόπουλου με πραγματικά φύλλα συκιάς, το 1953, προκάλεσε σάλο και θυμηδία γελοιοποιώντας την ίδια τη λογοκριτική πρακτική, ενώ η απόσυρση των έργων του Τσαρούχη λίγους μήνες νωρίτερα αντιμετωπίστηκε με αμηχανία και πέρασε στα ψιλά; Πως αντέδρασε –ή δεν αντέδρασε– ο χώρος της Τέχνης στην κάθε περίπτωση; Πως συνδέεται αυτό με τη ρευστή και διάχυτη λογοκριτική συνθήκη που επικρατούσε ως προς την αναπαρασταση της ομοφυλοφιλίας; Και τί συμβαίνει σήμερα; Τέτοιου είδους ερωτήματα προσπαθούμε να διατυπώσουμε και ει δυνατόν να απαντήσουμε στο βιβλίο.

Παρεμπόδιση γυρισμάτων, καταστροφή σκηνικών, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και πανό κατά του «αναρχικού» και «ανθέλληνα» Θόδωρου Αγγελοπούλου από το ποίμνιο του μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» το 1990 στη Φλώρινα. Τα γυρίσματα ολοκληρώνονται με την προστασία της αστυνομίας. (φωτ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος)
Παρεμπόδιση γυρισμάτων, καταστροφή σκηνικών, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και πανό κατά του «αναρχικού» και «ανθέλληνα» Θόδωρου Αγγελοπούλου από το ποίμνιο του μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» το 1990 στη Φλώρινα. Τα γυρίσματα ολοκληρώνονται με την προστασία της αστυνομίας. (φωτ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος)


Ποια είναι τα πεδία στα οποία ασκείται κυρίως η λογοκρισία και γιατί;
Π. Πετσίνη: H λογοκρισία ασκείται διαχρονικά για πολιτικούς, ηθικούς, θρησκευτικούς και αισθητικούς λόγους. Θύματα της πολιτικής λογοκρισίας υπήρξαν έργα που κόμιζαν αντιστασιακές ιδέες στην Κατοχή και στις περιόδους δικτατοριών αλλά και αριστερές στη μετεμφυλιακή «καχεκτική» δημοκρατία. Μεταπολιτευτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις λογοκριτικές επεμβάσεις σε αρκετές ταινίες –να σημειώσουμε πως οι επιτροπές λογοκρισίας καταργήθηκαν το 1986– με πιο εμβληματικές την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα του «Θίασου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, την απαγόρευση της ταινίας «Αντίσταση ‘40-‘50» της Μαρίας Καραβέλα και τη δίωξη της «Καγγελόπορτας» στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σταδιακά πάντως τα περιστατικά είναι μάλλον εξαίρεση παρά κανόνας: ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τη δίκη του Αντίγια το τεύχος «Κυβέρνηση Απατεώνων» το 1988, την παρεμπόδιση των γυρισμάτων του «Μετέωρου Βήματος του Πελαργού» στη Φλώρινα ή το κατέβασμα του έργου «Η Ισορροπία του Nash» από το Εθνικό Θέατρο πριν λίγα χρόνια. 

Η ηθική λογοκρισία αφορά τα χρηστά ήθη και διατρέχει συνολικά τον 20ο αιώνα χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις ως προς αυτό που χαρακτηρίζεται ως «άσεμνο». Κι εδώ είναι πολλά τα περιστατικά, ίσως το πιο γνωστό είναι το κόψιμο στον αέρα της ταινίας «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι» το 1984 και ένα από τα πιο σοβαρά αλλά σχετικά άγνωστα η καταδίκη του ζωγράφου Κλεάνθη Χατζηνίκου το 1987 και η κατάσχεση και καταστροφή του έργου του επειδή κρίθηκε άσεμνο. Λογοκρισία για θρησκευτικούς λόγους μοιάζει να εμφανίζεται κυρίως στη μεταπολίτευση· ακόμη κι όταν υπήρχαν παρεμβάσεις ανθρώπων της Εκκλησίας πριν από το 1974, αφορούσαν τα υποτιθέμενα «αντεθνικά» ή «άσεμνα» χαρακτηριστικά ενός έργου και όχι τον βλάσφημο χαρακτήρα του. Μετά τη μεταπολίτευση τα παραδείγματα είναι δεκάδες, από τη δίωξη του Θωμά Μάρα για το βιβλίο «Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης» το 1978, έως την έκθεση Outlook το 2003 αλλά και τον Γέροντα Παστίτσιο ή το πρόσφατο περιστατικό με το γλυπτό «Φύλαξ» στο Φάληρο. Η αισθητική λογοκρισία τέλος, δηλαδή η απομάκρυνση ή ακόμα και η καταστροφή έργων με κριτήριο την τεχνοτροπία ή την ποιότητά τους, συνήθως συνυπάρχει με κάποια από τις προηγούμενες. Σπάνια απαιτείται η απομάκρυνση ενός έργου απλώς και μόνο γιατί θεωρείται κακό ή ακατανόητο – συχνά θεωρείται και άσεμνο, ή ενοχλεί πολιτικά. Συνέβη όμως και αυτό: το 1949 διερχόμενος αστυνομικός απαίτησε από το ζωγράφο Γιώργο Μπουζιάνη να κατεβάσει τα έργα του από τον Παρνασσό επειδή έβρισκε την εξπρεσιονιστική τεχνοτροπία τους ακατανόητη....

Απαγόρευση προβολής της ταινίας «Ο Λένιν τον Οκτώβρη» με το επιχείρημα ότι μπορεί να προκαλέσει «έξαψις παθών» και «σοβαρά διατάραξις της Δημοσίας Τάξεως», 1947 (Γενικά Αρχεία του Κράτους – Κεντρική Υπηρεσία, Αρχείο Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών).
Απαγόρευση προβολής της ταινίας «Ο Λένιν τον Οκτώβρη» με το επιχείρημα ότι μπορεί να προκαλέσει «έξαψις παθών» και «σοβαρά διατάραξις της Δημοσίας Τάξεως», 1947 (Γενικά Αρχεία του Κράτους – Κεντρική Υπηρεσία, Αρχείο Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών).


Υπάρχουν αντιφάσεις στην άσκηση της λογοκρισίας και ποιες είναι αυτές;
Δ. Χριστόπουλος: Οι αντιφάσεις συνοδεύουν κάθε συμπεριφορά και δράση, είτε είναι δημόσια – ανήκει στο κράτος δηλαδή, είτε είναι ιδιωτική. Αυτό αφορά και τη λογοκρισία. Κάτι το οποίο θα μπορούσε να περνάει απαρατήρητο σκοντάφτει σε σκληρές λογοκριτικές πρακτικές ενώ κάτι το οποίο θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι θα λογοκριθεί τελικώς περνάει αδιάφορο. Η λογοκρισία είναι κάτι σαν τροχονόμος. Υπάρχουν δράσεις που την ερεθίζουν κι άλλες στις οποίες ούτε καν στρέφει την προσοχή της. Τα κίνητρα δεν είναι πάντα εύκολα να τα διαγνώσεις. Θα σας δώσω ένα ενδιαφέρον παράδειγμα που μπορεί να σας φωτίσει και πλέον μπορώ να το πω: πριν τέσσερα χρόνια ο ισοβίτης Κουφοντίνας εξέδωσε ένα βιβλίο του στις εκδόσεις Λιβάνη. Ένα βιβλιοπωλείο στην Αθήνα, το free thinking zone αποφάσισε να μη διαθέσει το βιβλίο προτάσσοντας την επιχειρηματολογία ότι το βιβλιοπωλείο δεν εμπορεύεται βιβλία δολοφόνων. Διοργάνωσε μάλιστα μια εκδήλωση στην οποία εκλήθησαν άνθρωποι να υπερασπιστούν την θέση του βιβλιοπωλείου και να γίνει ένα debate με κάποιους που τη θεωρούσαν λογοκρισία. Σε αυτούς άνηκα κι εγώ. Επιχειρηματολόγησα δημοσίως τη θέση μου υπέρ της διάθεσης του βιβλίου, όπως θα το έκανα για το οποιοδήποτε βιβλίο σε ένα κανονικό βιβλιοπωλείο και μόλις τελείωσα ο Κωστής Μπακογιάννης με τον οποίο καθόμαστε δίπλα μου είπε  "Μας έκανε μεγάλη εντύπωση ότι το βιβλίο το έβγαλε ο Λιβάνης."  Το  θέμα λοιπόν δεν ήταν ότι ο Κουφοντίνας έβγαλε βιβλίο.  Σε ελεύθερη χώρα ζούμε. Το βιβλίο ενόχλησε και δεν το διέθεταν διότι το έβγαλε ένας οίκος του κατεστημένου. Αντιφάσεις είπατε; Κατεξοχήν! Tην λογοκρισία δεν την ορίζει τόσο το περιεχόμενο του λόγου όσο το πλαίσιο εκφοράς του. Η Αναρχική Βιβλιοθήκη ας εκδώσει Κουφοντίνα, ο Λιβάνης όχι.

Δισέλιδο από χειροποίητο λεύκωμα της Μαρίας Καραβέλα για την ατομική έκθεσή της στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών - Χίλτον το 1971 η οποία διακόπηκε μετά από επέμβαση της αστυνομίας (αρχείο Μαρίας Καραβέλα).
Δισέλιδο από χειροποίητο λεύκωμα της Μαρίας Καραβέλα για την ατομική έκθεσή της στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών - Χίλτον το 1971 η οποία διακόπηκε μετά από επέμβαση της αστυνομίας (αρχείο Μαρίας Καραβέλα).


Διαβάζω στο βιβλίο σας πως ο 20ος αιώνας επεφύλαξε μεγαλύτερες δυσκολίες στην ελευθερία της έκφρασης απ΄ ότι ο 19ος. Πώς εξηγείται αυτό;
Δ. Χριστόπουλος: Το βιβλίο δεν ασχολείται με τον 19ο αιώνα παρα μόνο τροχιοδεικτικά σε ένα κείμενο εισαγωγικό που αναλύει την κληρονομιά του στις πρακτικές του 20ού αιώνα. Το γενικό συμπέρασμα για το καθεστώς της ελευθερίας του λόγου τον 19ο αιώνα είναι πως όντως θεσπίστηκε η απαγόρευση της λογοκρισίας και προληπτικών μέτρων, αλλά στην πράξη οι κατασταλτικοί περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης παρέμεναν άθικτοι. Ουσιαστικά, ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη του φιλελεύθερου συνταγματισμού με ένα ιδιαίτερα αυταρχικό νομικό οπλοστάσιο που ουσιαστικά νομιμοποιεί τη λογοκρισία. Ο 20ος αιώνας επεφύλαξε μεγαλύτερες δυσκολίες διότι πλέον υπάρχει μια κεκτημένη αξίωση ελευθερίας του λόγου που εδραιώνεται πάνω στα προηγούμενα. Κοινώς, η προσδοκία της ελευθερίας στον 20ό είναι μεγαλύτερη από τον 19ο. Ωστόσο, όμως, να μην ξεχνάμε πως ο 20ός είναι και ο αιώνας έξι πολέμων, δικτατοριών τη μια μετά την άλλη, αιώνας των διχασμών, του Παρασυντάγματος, -μια εν ολίγοις μακρά διάρκεια πολιτειακών εκτροπών. Μόνο το  τελευταίο του τέταρτο, η  μεταπολίτευση, χαρακτηρίζεται από δημοκρατική πολιτειακή σταθερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η λογοκρισία δεν μπαίνει από το παράθυρο αλλά γίνεται πλέον ο κανόνας καθεστώτων ασταθών και επισφαλών. Στον 20ό αιώνα, είτε η λογοκρισία προβλέπεται από το νόμο, είτε όχι, είναι δεδομένη κι αυτό διότι το απόθεμα συναίνεσης που απολαμβάνουν οι κυβερνώντες τη χώρα δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια να ανεχθούν τη διαφωνία και την αμφισβήτηση. Κατά παράδοξο τρόπο, κι αυτό αναλύεται στο βιβλίο, η επίδειξη λογοκριτικής πυγμής δεν είναι ένδειξη δύναμης αλλά αδυναμίας και ελλείματος αυτοπεποίθησης της εξουσίας. Αυτό εν ολίγοις συμβαίνει στον ελληνικό 20ό αιώνα.  

Τηλεγράφημα του Ηλία Πετρόπουλου, ήδη κρατούμενου στις φυλακές Κορυδαλλού για τα «Καλιαρντά», προς τον Δημήτρη Καλοκύρη που βρίσκεται στη φυλακή μετά τη δίκη του περιοδικού Τραμ το 1972 (αρχείο Δημήτρη Καλοκύρη).
Τηλεγράφημα του Ηλία Πετρόπουλου, ήδη κρατούμενου στις φυλακές Κορυδαλλού για τα «Καλιαρντά», προς τον Δημήτρη Καλοκύρη που βρίσκεται στη φυλακή μετά τη δίκη του περιοδικού Τραμ το 1972 (αρχείο Δημήτρη Καλοκύρη).


Πιστεύετε ότι τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα έχουμε γίνει πιο συντηρητικοί σε έκφραση απ΄ ότι σε προηγούμενες και πως το ερμηνεύετε;
Π. Πετσίνη: Νομίζω πως αυτό που αλλάζει είναι ο ίδιος ο πολιτικός και κοινωνικός συντηρητισμός, οπότε και η λογοκριτική συνθήκη που συνδέεται με αυτόν. Αν κάποτε εκφραζόταν αποκλειστικά μέσα από το ηγεμονικό τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια ή από την εμμονή σε αξίες όπως η ευπρέπεια και η σεμνότητα, σήμερα μπορεί να εκφράζεται και μέσα από την εμμονή στην πολιτική ορθότητα η οποία μπορεί να πάρει και συντηρητικό χαρακτήρα και να λειτουργήσει ως λογοκριτικός μηχανισμός. Οπότε μπορεί να βλέπουμε να συνυπάρχουν από τη μία μεριά η εκκλησία, που εξακολουθεί να λειτουργεί ως άγρυπνος φρουρός των ηθών της ελληνικής κοινωνίας, κι από την άλλη το #MeToo με όλες τις αντιφάσεις και τις υπερβολές του. Να τονίσουμε πάντως ότι η λογοκρισία έχει τόσο ιστορικό βάθος όσο και κοινωνική διείσδυση. Αφενός δεν θεωρείται πάντα αθέμιτη ή παράλογη, και ορθώς, και αφετέρου δεν κινείται αποκλειστικά στο δίπολο ελευθερία-καταστολή. Μπορεί κάποτε να υπαγορευόταν κυρίως από το συντηρητισμό και την αντίδραση, σήμερα όμως μπορεί να υπαγορεύεται και από το πρόταγμα της ισότητας και της χειραφέτησης. 

Αντιέκθεση διαμαρτυρίας, αντίδραση απέναντι στη λογοκρισία και στην κατάσχεση του έργου της Εύας Στεφανή στην Art Athina, 2007. Στην έκθεση παρουσιάστηκε το επίμαχο έργο της Στεφανή, μαζί με έργα εβδομήντα ακόμη Ελλήνων καλλιτεχνών. Οι δημιουργίες υπογράφτηκαν από όλους τους καλλιτέχνες, έτσι ώστε σε περίπτωση που κατηγορούνταν ένας εξ αυτών, να πάνε όλοι στο δικαστήριο. (φωτ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος)
Αντιέκθεση διαμαρτυρίας, αντίδραση απέναντι στη λογοκρισία και στην κατάσχεση του έργου της Εύας Στεφανή στην Art Athina, 2007. Στην έκθεση παρουσιάστηκε το επίμαχο έργο της Στεφανή, μαζί με έργα εβδομήντα ακόμη Ελλήνων καλλιτεχνών. Οι δημιουργίες υπογράφτηκαν από όλους τους καλλιτέχνες, έτσι ώστε σε περίπτωση που κατηγορούνταν ένας εξ αυτών, να πάνε όλοι στο δικαστήριο. (φωτ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος)


Η «προσβολή της δημοσίας αιδούς» που έχει στείλει πολλούς δημιουργούς στα δικαστήρια πιστεύετε ότι είναι μια υποκριτική θέση της κοινωνίας μας;
Δ. Χριστόπουλος: Όντως, υπάρχουν θέματα και εικόνες που σκανδαλίζουν ειλικρινά τμήμα της κοινωνίας μας. Προκαλούν σε κάποιους συμπολίτες μας αυθεντικά αισθήματα ψυχικής κακοποίησης με αποτέλεσμα τη λογοκρισία. Το ερώτημα είναι αν τα πρόσωπα τα οποία νιώθουν ότι υφίστανται αυτήν την προσβολή από ένα κινηματογραφικό έργο ή μια θεατρική παράσταση είναι όντως εκτεθειμένα σε αυτήν την προσβολή ή όχι. Εδώ λοιπόν παρατηρείται ως κανόνας το εξής: αυτοί που αξιώνουν τη λογοκρισία λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς τους δεν είναι αυτοί που έχουν συναισθηματικά τραυματιστεί επειδή υπέστησαν το σοκ του να δούνε ένα τέτοιο έργο. Αυτό εγώ θα το θεωρούσα ως και κατανοητό. Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με κάτι τέτοιο. Αυτοί που στέλνουν τους δημιουργούς στα δικαστήρια και εμποδίζουν μια παράσταση από το Χυτήριο ως τον “Τελευταίο Πειρασμό” του Σκορτσέζε, δεν έχουν δει το δημιούργημα που τόσο τους αγανακτεί. Τους ενοχλεί ότι απλώς αυτό υπάρχει ως τέτοιο στο δημόσιο χώρο. Ουσιαστικά δηλαδή, με τη λογοκρίσια θέλουν να αποτρέψουν τους υπόλοιπους να μετέλθουν της ελευθερίας τους. Και αυτό, ναι είναι βαθιά υποκριτικό καθώς στην κοινωνία μας ουδείς υποχρεώνει κανέναν να δει ένα έργο ή να αγοράσει ένα βιβλίο που τον προσβάλλει. Συνηθίζω να λέω στους φοιτητές μου πως αν παραδείγματος χάρη οι εκδόσεις Καστανιώτη αποφασίζαν να διαφημίσουν το βιβλίο Μν του Μίμη Ανδρουλάκη που θεωρήθηκε βλάσφημο με γιγαντοαφίσες δίπλα στον Άγιο Διονύσιο την ώρα της λειτουργίας, οι πιστοί θα είχαν κάθε λόγο να αντιδράσουν και να ζητήσουν να κατέβουν οι αφίσες διότι όντως αυτές “εισβάλλουν” στη ζωή τους. Το βιβλίο όμως δεν μπορεί να ζητάνε να αποσυρθεί! Αν θέλουν ας μην το αγοράσουν. Να μην το ξεφυλλίσουν και να γράψουν όσες κριτικές θέλουν εναντίον του. 

Δρώμενο - διαμαρτυρία για την καταδίκη του blogger Γερόντα Παστίτσιου το 2014 στα Εξάρχεια.
Δρώμενο - διαμαρτυρία για την καταδίκη του blogger Γερόντα Παστίτσιου το 2014 στα Εξάρχεια.


Πώς εκφράζεται η λογοκρισία σήμερα και πόσο αυτολογοκρινόμαστε στη δημόσια έκφραση; (κυρίως με την άνθηση των σόσιαλ μίντια);
Δ. Χριστόπουλος: Δεν υπάρχει δημοκρατία απαλλαγμένη από τον πειρασμό να λογοκρίνει. Ακόμη κι αν η λέξη “λογοκρισία” αποφεύγεται εξαιτίας ενός βαριά αρνητικού ιστορικού φορτίου που κουβαλάει, πρέπει να θυμόμαστε ότι η ελευθερία του λόγου δεν είναι απόλυτη. Πέρα από περιπτώσεις όπου ο λόγος ισοδυναμεί με την εξατομικευμένη προσβολή ενός προσώπου και τη συκοφαντία του, στις μέρες μας θεωρείται πως ο λόγος του μίσους, έναντι άλλων, πρέπει να λογοκρίνεται εφόσον θεωρήσουμε πως ωθεί τον κόσμο στη βία. Ορθώς λοιπόν το δικαστήριο καταδικάζει τον ιεράρχη που φωνασκει από άμβωνος “Φτύστε τους” αναφερόμενος στους ομοφυλόφιλους. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αυτολογοκριθεί, ας του θυμίσει η έννομη τάξη τις υποχρεώσεις του. Το πρώτο λοιπόν που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι πρέπει να έχουμε το σθένος να δεχθούμε ότι η λογοκρισία δεν είναι κατ’ανάγκη “κακή.” Το αν είναι “καλή” ή “κακή” εξαρτάται από το περιεχόμενου του επίμαχου λόγου και το πλαίσιο στο οποίος αυτός εκφράζεται. Όπως λέω και ξαναλέω, ο Αμβρόσιος με τους φίλους του ας λέει ό,τι θέλει. Από άμβωνος δεν μπορεί όμως να λέει ό,τι θέλει. Μιλώντας για το πλαίσιο, θα κάνω και μια αναφορά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης βιώνει μια υπαρξιακή αντίφαση: είναι ένας αφηρημένα ελεύθερος στο σύμπαν του διαδικτύου αλλά και συνάμα αβοήθητος σε αυτό ενίοτε με έναν αλγόριθμο που υποτίθεται εξασφαλίζει του τι δεν πρέπει να λέγεται. Η όποια αντικειμενικότητα της μηχανής αναζήτησης στο διαδίκτυο θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δημοσίου ελέγχου και λογοδοσίας, έστω στο πλαίσιο ενος αυτορρυθμιζόμενου διαδικτύου. Αν όχι, θα οδηγούμαστε σε τραγελαφικές καταστάσεις όπου από τη μια θα βασιλεύει η ασυδοσία συνοδευόμενη από έναν ηθικιστικό μοραλισμό που μοιάζει λίγο με τη σπουδή του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης να επιβάλει κυρώσεις για ένα φιλί ομοφυλόφιλων – το διαβόητο φιλί Παπακαλιάτη – την ίδια στιγμή που το ελληνικό ιδιωτικό τηλεοπτικό τοπίο βρίθει αγοραίας αισχρότητας και ευτέλειας. 
Ποιοι είναι οι επιμελητές της έκδοσης

Π. Πετσίνη, Δ. Χριστόπουλος
Π. Πετσίνη, Δ. Χριστόπουλος


Πηνελόπη Πετσίνη
Η Πηνελόπη Πετσίνη έχει διδάξει θεωρία φωτογραφίας και σύγχρονης τέχνης από το 2004 σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα, τόσο ως προς τη θεωρία όσο και ως προς την πρακτική, εστιάζουν στη φωτογραφία και τη σχέση της με την ατομική και συλλογική μνήμη, την ιστορία και την πολιτική. Είναι ερευνητική υπεύθυνη στο μεταδιδακτορικό πρόγραμμα «Η λογοκρισία στον κινηματογράφο και στις εικαστικές τέχνες» στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Δημήτρης Χριστόπουλος
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, όπου διδάσκει από το 2000. Στα γνωστικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται ζητήματα θεωρίας και πράξης των δικαιωμάτων, ειδικότερα θέματα μειονοτήτων, μεταναστών, ιδιότητας του πολίτη, και η προβληματική της λογοκρισίας. Στα θέματα αυτά έχει αφιερώσει το συγγραφικό του έργο και τις δημόσιες παρεμβάσεις του, στην Ελλάδα και εκτός. Το 2016 εκλέχθηκε πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

kulturosupa.gr
kulturosupa.gr

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Το κορυφαίο έργο του Τσαϊκόφσκι «Καρυοθραύστης» στο Μέγαρο από τα Μπαλέτα του Θεάτρου Μόσχας.
Το κορυφαίο έργο του Τσαϊκόφσκι «Καρυοθραύστης» στο Μέγαρο από τα Μπαλέτα του Θεάτρου Μόσχας.
με 0 Σχόλια 752 Views

 ο κορυφαίο έργο του P.I TCHAIKOVSKY ‘’ Ο ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ’’, από τα κορυφαία Μπαλέτα του Θεάτρου Μόσχας, παρουσιάζεται για 3 μόνο παραστάσεις στην Αθήνα  και 2 μόνο παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη

Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή