«Πρωτοχρονιά κεκλεισμένων των θυρών»: Μια ιστορία με αφορμή φωτογραφία του σκην. Κώστα Τσιάνου.

6973 Views
«Πρωτοχρονιά κεκλεισμένων των θυρών»: Μια ιστορία με αφορμή φωτογραφία του σκην. Κώστα Τσιάνου. «Πρωτοχρονιά κεκλεισμένων των θυρών»: Μια ιστορία με αφορμή φωτογραφία του σκην. Κώστα Τσιάνου.

 
Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία εμπνευσμένη από την φωτογραφία του Κώστα Τσιάνου (συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, χορογράφος, πρώην Καλλιτεχνικός Διευθυντής Θεσσαλικού Θεάτρου, πρώην Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΚΘΒΕ, Αναπληρωτής Διευθυντής Εθνικού Θεάτρο). 
.
Επεισόδιο τέταρτο:  «Πρωτοχρονιά κεκλεισμένων των θυρών»
 
 
Είχε τα μάτια μισόκλειστα και τα αυτιά του τεντωμένα. Κάθε χρόνο αυτή την μέρα ο Κωστάκης δεν έκλεινε μάτι σχεδόν όλη την νύχτα και κάποιος έδειχνε να ήξερε αυτό το μικρό του μυστικό, όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει κάτω από τα βαριά χειμωνιάτικα σκεπάσματα. «Είναι νωρίς ακόμη κοιμήσου αγόρι μου, αργεί να ξημερώσει» του είπε χαμηλόφωνα  ο παππούς, του οποίου το όνομα είχε πάρει. «Κι αν λαλήσει ο πετεινός και δεν τον ακούσω;» απάντησε ο Κωστάκης «Τον ακούς τριακόσιες εξήντα τέσσερες μέρες και δεν θα τον ακούσεις σήμερα; Θα τον ακούσεις λεβέντη μου, να σαι σίγουρος, θα τον ακούσεις.»Που να κλείσει μάτι ο Κωστάκης, τίποτα εκεί με τα μάτια ανοιχτά και τα αυτιά ορθάνοιχτα. Άλλωστε έπρεπε να προετοιμαστεί, έπρεπε να γυρίσει όλο το χωριό και με τα χιόνια έξω ως το καβάλο δεν ήταν και κάτι που μπορούσε να γίνει γρήγορα. Το πράγμα ήθελε τον χρόνο του γι αυτό και έπρεπε να είναι έτοιμος. Άσε που είχε να ταΐσει και τα ζωντανά που είχε στην ευθύνη του πριν ξεκινήσει. Περίμενε λίγη ώρα ακόμη και μετά με μια απότομη κίνηση, πέταξε την βαριά μάλλινη φλοκάτη από πάνω του, στάθηκε ολόρθος μπροστά στον παππού του και του είπε «Να τα πούμε; Να τα πούμε;» Ο παππούς που συμμεριζόταν την αγωνία του εγγονιού του, σηκώθηκε, κάθισε γονατιστός  μπροστά του, για να μην τον ξεπερνά στο ύψος και του είπε «Να τα πείτε…. να τα πείτε.». Ο Κωστάκης πήρε μια βαθιά ανάσα, έβαλε την πιο μελωδική του φωνή και …. «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή …κι αρχή καλός μας χρόνος…»  
 
 
 
Τα είπε όλα τα κάλαντα μέχρι τέλους κι όταν ολοκλήρωσε έκλεισε με ένα βροντερό «Και του χρόνου». «Και του χρόνου» βούιξε όλο το σπίτι μιας και ακούστηκαν όλοι μαζί από τα δωμάτιά τους. Ο παππούς τότε έβγαλε κάτω από το μαξιλάρι του ένα νόμισμα και το έχωσε στην χούφτα του μικρού «Και του χρόνου αγόρι μου, να 'σαι πάντα ευλογημένος και να κάνεις τους πάντες χαρούμενους και ευτυχισμένους με τα κάλαντά σου όλο τον χρόνο και όλα τα χρόνια». Τότε ήταν που λάλησε και κόκορας ο Κωστάκης φίλησε τον παππού του ντύθηκε όσο πιο ζεστά μπορούσε, τάισε τα ζωντανά  και αμολήθηκε να τραγουδήσει τον ερχομό του νέου έτους σε όλο το χωριό. «Από που θα ξεκινήσεις;» άκουσε την μάνα του να του λέει « Πρώτα θα πάω στη νουνά, μετά  στο σπίτι του κυρ-Βασίλη, στην πλαγιά, εκεί που δεν πάει εύκολα  κανείς και μετά σε όλο το χωριό». «Ποιον μπάρμπα Βασίλη; Μένει κανείς Βασίλης στην πλαγιά πατέρα;» «Όχι κόρη μου, από όσο ξέρω δηλαδή.» «Να προσέχεις αγόρι μου.» Είπε η μάνα του αλλά τα λόγια της πήγαν στον βρόντο.
 
 
Ο Κωστάκης άπιαστος. Τι κι αν το χιόνι έφτανε μέχρι το καβάλο αυτόν δεν τον σταματούσε τίποτα. Έκανε μόλις λίγα μέτρα όταν από την γωνιακή πέτρινη μάντρα πετάχτηκαν μπροστά του δυο άλλα πιτσιρίκια λίγο μεγαλύτερα από αυτόν «Χρόνια πολλά Κωστάκη να τα πούμε;» «Να τα πείτε… να τα πείτε » είπε με χαρά ο μικρός που εκτός από το να λέει τα κάλαντα του άρεσε και να του τα λένε. Τότε ο ένας έβγαλε μια φλογέρα και ο άλλος ένα μικρό ντέφι, ο πρώτος έπαιζε την μελωδία κι ο δεύτερος κρατούσε τον ρυθμό και τα τραγουδούσε. Όταν τελειώσανε ο Κωστάκης έβγαλε από τον ντορβά του από ένα ξερό σύκο και τους έδωσε πάντα είχε μαζί του για να δώσει όπως προστάζει το έθιμο αν τύχη και του τα πούνε και να που έτυχε.  «Πω…πω.. Κωστάκη τα σύκα της μάνας σου είναι τα νοστιμότερα, γι αυτό σε παραμονεύουμε να στα πούμε, γι αυτό και γιατί είσαι καλό παιδί».  
 
 
 
Ο Κωστάκης είπε τα κάλαντα στη νονά πήρε τον μποναμά του, μανταρίνια, ξερά δαμάσκηνα και καρύδια. Ύστερα πήρε την ανηφόρα για να φτάσει στην κορυφή της πλαγιάς όπου έμενε ο Μπάρμπα Βασίλης. Όμως το μυαλό του βασάνιζε μια σκέψη.
 
Χτύπησε την πόρτα και φώναξε δυνατά. «Να τα πούμε»; Και όταν η πόρτα άνοιξε ο Κωστάκης άρχισε να ψέλνει τα κάλαντα. Σαν είπε και το «…Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει» Ο μπάρμπα Βασίλης έσκυψε μπροστά του και του είπε. «Καλή χρονιά Κωνσταντίνε. Ξέρεις ότι δεν έχω τίποτα να σου δώσω, γιατί κάνεις τόσο κόπο να έρθεις να μου τα πεις; Έκαμες τα ίδια και στα Χριστούγεννα.» «Θα έρθω και τα Φώτα και δεν πειράζει που δεν έχετε κάτι να μου δώσετε έχω εγώ…» Έβαλε ο μικρός το χέρι του στον ντορβά και έβγαλε δυο σύκα, κάνα δυο καρύδια από της νονάς και ένα δαμάσκηνο ξερό και του τα έδωσε. «Τώρα έχεις και συ να μου δώσεις» είπε «και να δώσεις και τους άλλους.»
 
 Έκανε να φύγει «Καλός ο μποναμάς σου…. »  τον σταμάτησε ο μπάρμπα Βασίλης «….αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι σε βασανίζει». Ο μικρός έβγαλε ένα μανταρίνι και καθαρίζοντάς το  είπε στον γέροντα με το μεγάλο μουστάκι και το γκρίζο γένι το παράπονό του. «Και γι αυτό χολοσκάς επειδή οι άλλοι παίζουν μουσική καθώς λένε τα κάλαντα; Σε ένα λεπτό θα έχεις και συ.»
 
Μέχρι να πει την κουβέντα του είχε χαθεί στο βάθος μιας αποθήκης που είχε πιο δίπλα. Ούτε δυο φλούδες δεν πρόλαβε να φάει από το μανταρίνι ο μικρός και να σου πίσω ο Μπάρμπα Βασίλης. Στο ένα χέρι κρατούσε μια κατάμαυρη από την φωτιά τριγωνική πυροστιά και στο άλλο μια μασιά, που της έλλειπε το ένα πόδι. Ξήλωσε από την μάλλινή του μπλούζα  ένα κομμάτι κλωστή το έδεσε στην μια άκρη της πυροστιάς. «Να το μουσικό σου όργανο, δες τι ωραία κρέμεται, θα το χτυπάς και θα τραγουδάς»   Ο Κωστάκης το πήρε και γεμάτος χαρά γύρισε όλα τα σπίτια του χωριού. Τι κι αν το χιόνι έφτανε μέχρι το καβάλο του δεν το ένοιαζε τίποτα, ούτε που από την μουτζούρα της πυροστιάς έμοιαζε πιότερο  καλικαντζαράκι παρά με παιδάκι. 
 
Ο νέος χρόνος ήρθε και μετά ο άλλος και ο άλλος και ο άλλος. Τα παιδιά έλεγαν πια βιαστικά τα κάλαντα και όσα είχαν την διάθεση να τα πουν ολόκληρα και χωρίς βιάση, τους σταματούσαν οι μαγαζάτορες γιατί εμπόδιζαν την πελατεία να μπει και να ψωνίσει.
 
Οι μποναμάδες έγιναν χρήματα. Οι πόρτες άνοιγαν κάθε χρόνο ακόμη πιο δύσκολα, μέχρι που πολλές δεν άνοιγαν και καθόλου. Άλλαξαν όλα μέχρι και ο αιώνας, από το «ένα» έβαλε μπροστά του το «δύο» και έτσι το πράγμα πήγαινε. Τα κάλαντα τα παίζανε ηχεία σε πολυκαταστήματα στις μεγαλούπολης και στα χωριά οι «κόρνες» του κοινοτικού καταστήματος. Ήταν όλα πολύ διαφορετικά, μα δεν έπαυαν να είναι ωραία. Και ας γκρίνιαζε ο κόσμος περισσότερο και ας τον βασάνιζαν οι σκοτούρες που τους φόρτωναν οι άρχοντες του τόπου και εκείνοι το δεχόταν. Ίσως γιατί δεν πίστευαν πως θα έρθει κάποτε η μέρα που τα παιδιά δεν θα μπορούσαν, ή ακόμη χειρότερα οι μεγάλοι δεν θα άφηναν τα παιδιά τους να πουν τα κάλαντα για να υποδεχτεί η αιωνιότητα το νέο της παιδί. 
 
 
 
Μέχρι που ήρθε και αυτή η στιγμή. Η χρονιά που οι άρχοντες της πόλης αποφάσισαν πως το νέο Έτος που θα ρθεί,  θα είναι το πρώτο χωρίς υποδοχή, το πρώτο χωρίς κάλαντα…. Με λίγα λόγια φέτος η Πρωτοχρονιά θα γινόταν «κεκλεισμένων των θυρών».
«Απαράδεχτο, ανήκουστο που το είδατε αυτό; που το ακούσατε; Πρωτοχρονιά χωρίς κάλαντα;» Ούρλιαξε μέσα στην άδεια αίθουσα του συμβουλίου ο «Κωστάκης» που με τα χρόνια μεγάλωσε και έγινε Κώστας. «Ξέρουμε πως έχεις κόλλημα με τα κάλαντα Κώστα μου, αλλά οι καταστάσεις επιβάλλουν αυτή την απόφαση για το καλό όλων» είπε ο Πρόεδρος. «Σοβαρά;» Ρώτησε με έναν τόνο ειρωνείας ο Κώστας, που πια δεν ήταν «Κωστάκης». «Σοβαρότατα» συνέχισε ο αντιπρόεδρος «Εδώ περιουσίες χάνονται, στις τράπεζες ο κόσμος περιμένει στην ουρά, η φτώχια είναι προ των πυλών και 'σύ νοιάζεσαι για τα κάλαντα;».
 
«Για την φτώχια της ψυχής δεν άκουσα κουβέντα κύριε αντιπρόεδρε.» Είπε γεμάτος νεύρα  και τεντώνοντας τα χέρια του προς το συμβούλιο ο Κώστας.
 
«Ηρέμησε Κώστα μου, ηρέμησε και ας αφήσουμε τους θεατρινισμούς κατά μέρος. Πρέπει να δούμε την αλήθεια στα μάτια.  Ξέρουμε πως  σαν καλλιτέχνης έχεις ένα λόγο παραπάνω να είσαι πιο ευαισθητοποιημένος επί του θέματος, αλλά δεν βλέπεις ακόμη και το συμβούλιο γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Και για να σου πω την αλήθεια αν δεν ήσουν εσύ που τόσα χρόνια μας κάνεις να ευθυμούμε και να διασκεδάζουμε, δεν θα γινόταν καθόλου αυτό το συμβούλιο. Ας μείνουμε φέτος στον φωτεινό στολισμό της πόλης»  Είπε ο πρόεδρος και χτύπησε με δύναμη το ξύλινο σφυρί στην έδρα «Η συνεδρίαση έληξε, ας γιορτάσουμε φέτος κεκλεισμένων των θυρών»
 
Όλοι γέλασαν με το αστείο του προέδρου εκτός από τον Κωστάκη που δεν ήθελε με τίποτα να γίνει «Κώστας». 
Ήταν η τριακοστή εξηκοστή τέταρτη μέρα του χρόνου και ο Κώστας κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, σκέφτηκε πόσο γρήγορα περνάει η ζωή. Πόσο πολύτιμα είναι αυτά που είχε και πόσο πολύ δεδομένα τα θεωρούσε. «Μια βόλτα θα σου έκανε καλό» απευθύνθηκε στο είδωλό του. Κάποιοι κάναν τα τελευταία ψώνια, κάποιοι άλλοι χάζευαν τις βιτρίνες, μια κυρία δοκίμαζε τις μπότες που ήθελε να αγοράσει στο κατώφλι του μαγαζιού, γιατί μέσα δεν επιτρεπόταν να μπεί «γιατί οι καταστάσεις το επιβάλλουν» όπως είπε και ο πρόεδρος. Μέχρι και ο καιρός ήταν χάλια. Πρωτοχρονιά και έξω λιακάδα.
 
 
Κάθισε σε ένα παγκάκι στην άκρη ενός πάρκου. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μανταρίνι το ξεφλούδισε αργά. Ένοιωσε κάποιον να κάθεται δίπλα του και δεν έκανε λάθος, γύρισε και είδε έναν γέρο ρακοσυλλέκτη. «Τι χαμπάρια;» τον ρώτησε ο γέροντας «Τα ίδια» απάντησε ο Κώστας και ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι και πρόσφερε  το μισό μανταρίνι στην απρόσμενη «παρέα» του. Ύστερα κοίταξε με προσοχή το πρόσωπο του ρακοσυλλέκτη. «Σε γνωρίζω από κάπου; Το πρόσωπό σου κάτι μου θυμίζει.» ο γέροντας δεν απάντησε απόλαυσε το μανταρίνι του πρώτα και μετά είπε «Σε απασχολεί κάτι;»
«Αν σου πω θα γελάσεις.» είπε ο Κώστας «Και τι κακό έχει να κάνεις τους άλλους να γελούν, το γέλιο είναι ευτυχία». Χαμογέλασε ο Κώστας και άρχισε να του λέει το παράπονό του. Φέτος δεν θα μπορούσε κανείς να πει τα κάλαντα.  «Αυτό το λες εσύ ή οι άλλοι;» ρώτησε ο άντρας. Ο Κώστας δεν βιάστηκε να απαντήσει γιατί κατάλαβε πως ο συνομιλητής του είχε κι άλλα να πει. «Λοιπόν αν δεν το λες εσύ, άκου τι έχω να σου πω.» Και τότε ο γέροντας ρακοσυλλέκτης άρχισε να τραγουδά τα κάλαντα, με φωνή στεντόρεια και μελωδική, έκανε μάλιστα με την φωνή και τις μουσικές γέφυρες στο τέλος έκλεισε με ένα βροντερό «Και του χρόνου.»
 
Ο Κώστας χαμογέλασε και άρχισε να ψάχνει το πορτοφόλι του. Μάταια όμως δεν το έβρισκε πουθενά «Συγχωρέσε με φίλε μου, αλλά ξέχασα το πορτοφόλι μου και δεν έχω τίποτα να σου δώσω.» Είπε χαμηλώνοντας το κεφάλι γεμάτος ντροπή. «Δεν πειράζει» αποκρίθηκε  τότε ο συγκάτοικός του στο παγκάκι και έβαλε το χέρι του στην τσέπη από το παλιό αλλά επιμελημένο του παλτό. «Να πάρε αυτά, τώρα έχεις να δώσεις και μένα και όλους όσους σου πουν τα κάλαντα.» Στην χούφτα του είχε δυο σύκα ξερά, ένα δυο καρύδια και ένα ξερό δαμάσκηνο. Ο Κώστας τα πήρε έβγαλε το ζεστό του πανωφόρι και γύρισε να το δώσει στον άνθρωπο που του είπε τα κάλαντα. «Δεν το χρειάζομαι» είπε εκείνος και σηκώθηκε να φύγει. «Που πας; Τι θα έλεγες να έρθεις σπίτι μου να σε φιλοξενήσω για όσο καιρό θέλεις. Έχω και πολλές γνωριμίες ίσως σου βρω σπίτι, και κάτι να βγάζεις τα προς το ζην.»
 
«Δεν χρειάζεται Κωνσταντίνε, έχω ότι χρειάζεται και τώρα πρέπει να φύγω, γιατί λάλησε ο πετεινός και όπου να ναι θα έρθει ένας φίλος μου να μου πει τα κάλαντα». «Δεν μου είπες το όνομά σου….
Μια στιγμή πως ήξερες το δικό μου».
Ο γέροντας με το μεγάλο μουστάκι και το γκρίζο γένι δεν απάντησε, μόνο γέλασε και απομακρύνθηκε.
 
Τα σκεπάσματα δεν μπορούσαν να κρατήσουν τον Κώστα, κάθε λίγο άνοιγε τα μάτια και έβλεπε το ρολόι, στο τέλος προχώρησε τους δείκτες μπροστά και έτσι αυτό άρχισε να κτυπάει. Ο Κώστας σηκώθηκε και άρχισε να τραγουδά τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς. Όταν τελείωσε άκουσε από τα διπλανά διαμερίσματα να του εύχονται «Και του χρόνου». Τότε κατάλαβε πως όλοι φέτος είχαν την ανάγκη όσο καμιά άλλη φορά να ακούσουν τα κάλαντα. Και έπρεπε να ακουστούν δυνατά. 
 
Κατέβηκε στο σαλόνι, πήγε κατευθείαν στον τοίχο δίπλα στο τζάκι και άρπαξε γεμάτος χαρά και λαχτάρα την τρίγωνη πυροστιά και ακριβώς από δίπλα την μασιά, με το ένα πόδι έβαλε το ζεστό του μπουφάν, τάισε τα ζωντανά του, μια χελωνίτσα και ένα παπαγαλάκι και ξεχύθηκε στους δρόμους. Χτυπούσε με δύναμη το «τρίγωνό» των παιδικών του χρόνων και  ο Κώστας έγινε… Κωστάκης. Άρχισε να λέει τα κάλαντα με όλη την δύναμη της ψυχής του. Και τότε ένα-ένα τα φώτα από τα διαμερίσματα άρχισαν να ανάβουν. Το ίδιο και τα φώτα στα μπαλκόνια. Δεν χρειάστηκε πολύ ώρα για να βγούνε όλοι στα μπαλκόνια τους και να τραγουδούν τα κάλαντα. Παιδιά, γονείς, γιαγιάδες και παππούδες . Μέχρι και ο πρόεδρος του συμβουλίου πίσω από την κουρτίνα τα ψιθύριζε. 
 
 Και τότε όλοι κατάλαβαν το πόσο σημαντικά είναι τα ασήμαντα, πόσο αβέβαια τα σίγουρα, πόσο πρέπει να ζουν με πάθος το «τώρα», γιατί ποτέ δεν γνωρίζεις το «ύστερα». 
 
Ο Κώστας δεν σταμάτησε, μέχρι που ο ήλιος έφτασε αρκετά ψηλά. Τότε σταμάτησε μπροστά στην βιτρίνα ενός μαγαζιού. Έβγαλε από την τσέπη του ένα ξερό σύκο και άρχισε να το μασάει το ίδιο έκανε και ο πιτσιρίκος με το μαυρισμένο από την καπνιά πρόσωπο «Πως είσαι έτσι;» είπε ο Κώστας στον Κωστάκη απέναντι «Σαν καλικαντζαράκι.» απάντησε ο Κωστάκης. Ο Κώστας δεν ένιωσε ποτέ τόσο ευτυχισμένος. Προσπέρασε έναν κύριο που κολλούσε στον κεντρικό πίνακα ανακοινώσεων  της πόλης μια αφίσα, στην οποία μεσουρανούσε η φάτσα ενός πιτσιρικά, με τη μούρη λερωμένη από καπνιά και από πάνω με μεγάλα γράμματα έγραφε.
«ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΚΕΚΛΕΙΣΜΈΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ» ενώ πιο κάτω συμπλήρωνε «Μια παράσταση για μικρούς και μεγάλους.  Σκηνοθεσία Κώστας….»
Ένα παιδάκι μπήκε ανάμεσα στον γέροντα με το άσπρο μεγάλο μουστάκι και το γκρίζο γένι και την αφίσα, δεν μπόρεσε να διαβάσει το επίθετο αλλά δεν είχε καμία σημασία. Γιατί η ουρά για να μπουν στο θέατρο ήταν η μεγάλη νίκη του «Κωστάκη» που έγινε «Κώστας» και ακόμη ακουγόταν να τραγουδά. «Αρχιμηνιά κι αρχιχρόνια ….».
 .
.

---

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ με Υγεία, Χαρά και Δημιουργία.
 
Σταύρος Παρχαρίδης  (30-12-2020) 
 
Ευχαριστώ πολύ  Κώστα Τσιάνο  για τη φωτογραφία και την εμπιστοσύνη. Χρόνια  πολλά και Καλή δημιουργική Χρονιά εύχομαι.
 
Αγαπητοί αναγνώστες. Φίλοι και συνεργάτες της ΚΟΥΛΤΟΥΡΟΣΟΥΠΑΣ. Όλη η παρέα από το Θέατρο ΜΑΙΩΤΡΟΝ και εγώ προσωπικά, σας ευχόμαστε «ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΘΕΑΤΡΑ ΑΝΟΙΧΤΑ». 

---

«Εικόνων Λέξεις»:
Η νέα στήλη της «Κ» και Σ. Παρχαρίδη προκαλεί και προσκαλεί καλλιτέχνες & αναγνώστες.

.
Απαθανατίστε στέλνοντας μας μια εικόνα και με αφορμή την φωτογραφία σας θα γραφτεί μια ιστορία στην "Κ" από τον Σταύρο Παρχαρίδη που αργότερα θα εκδοθεί σε ένα βιβλίο,  έτσι οι «κρυφές ιστορίες αδάμαστων εικόνων» θα γίνουν ο σιωπηλός μάρτυς των λέξεων που κρύβουν οι εικόνες. Δείτε σχετικά εδώ.

*Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος άρθρου, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Σταύρος Παρχαρίδης
Σταύρος Παρχαρίδης
Γεννήθηκε το 1966 στην Μπάκνακ Γερμανίας. Σπούδασε δημοσιογραφία και υποκριτική. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες μικρού μήκους «Πορεία» και «Αγαπημένη Πόλη» καθώς και ντοκιμαντέρ που προβλήθηκαν σε διάφορα φεστιβάλ. Σαν ηθοποιός έχει συμμετάσχει σε ταινίες των: Θ. Αγγελόπουλου, Π. Βούλγαρη, Σ. Τσαρουχά, Π. Καρκανεβάτου, Ν. Βεζυργιάννη, Ζ. Σαμολαδά. Γράφει σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση καθώς και θεατρικά έργα, τραγούδια, παραμύθια και ένα μυθιστόρημα. Έχει σκηνοθετήσει θεατρικά έργα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου. Η Καλλιτεχνική του δράση επικεντρώνεται τα τελευταία χρόνια στις δράσεις της καλλιτεχνικής – θεατρικής, αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας «Μαίωτρον» με τις ιδιότητες του ηθοποιού και σκηνοθέτη . Μέσα από την οποία έχει οργανώσει πλήθος καλλιτεχνικών δράσεων. Ασχολείται με την φωτογραφία το βίντεο και τις εικαστικές τέχνες, έργα του έχουν εκτεθεί στο εξωτερικό .

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Lockdown: Πάει για 22 Μαρτίου η άρση των μέτρων - Τα σενάρια για το άνοιγμα του λιανεμπορίου
Lockdown: Πάει για 22 Μαρτίου η άρση των μέτρων - Τα σενάρια για το άνοιγμα του λιανεμπορίου
με 0 Σχόλια 759 Views

 Η πορεία των κρουσμάτων θα κρίνει τις αποφάσεις

- Πώς θα γίνει η άρση του lockdown από το λιανεμπόριο έως την εστίαση
- Τα σενάρια που εξετάζονται
- Ανταποκρίθηκαν οι πολίτες στα αυστηρότερα μέτρα
Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή