Παναγιά μου… Οικολογούσα, κάνε το θαύμα σου! Από την «ΟΙΚΟ…νική Πραγματικότητα» της γεωπόνου Π. Στασινοπούλου.

274 Views
Παναγιά μου… Οικολογούσα, κάνε το θαύμα σου! Από την «ΟΙΚΟ…νική Πραγματικότητα» της γεωπόνου Π. Στασινοπούλου. Παναγιά μου… Οικολογούσα, κάνε το θαύμα σου! Από την «ΟΙΚΟ…νική Πραγματικότητα» της γεωπόνου Π. Στασινοπούλου.

Παναγιά μου… Οικολογούσα, κάνε το θαύμα σου! Από την «ΟΙΚΟ…νική Πραγματικότητα» της γεωπόνου Π. Στασινοπούλου.

       Μη κάνεις τον κόπο να ψάξεις την εκκλησιά της ανάμεσα στις «περίλαμπρες». Αυτές που το κόστος τους θα κάλυπτε έναν οικισμό αστέγων. Που η χλιδή τους συναγωνίζεται παλάτι μαχαραγιά. Που τα χρυσάφια και πετράδια τους θαμπώνουν και τυφλό. Ούτε θα βρεις το προσωνύμιό της καταχωρημένο σε ιερό ή τουριστικό κατάλογο. Το «Οικολογούσα» είναι... ιδιωτική- προσωπική πρωτοβουλία βάφτισης, που προέκυψε εντελώς αναπάντεχα σε καλοκαιρινό περίπατο στο βουνό. Όπου ανηφορίζοντας ανάμεσα σε πλατάνια, οξιές και καστανιές, ακολουθώντας την κοίτη ενός μικρού ρέματος και με συντροφιά το τραγούδι τρελών τζιτζικιών… ξάφνου φανερώθηκε από το πουθενά μπροστά μου! Πάνω σε μικρό πλάτωμα, στο γύρισμα του ποταμιού, ένα πέτρινο ξωκλήσι τόσο δα, σαν βγαλμένο από παιδική ζωγραφιά…
 
       Φτιαγμένο από ακατέργαστη πέτρα του βουνού και λάσπη, ούτε δύο μέτρα κάθε του πλευρά, με ξύλινο πορτάκι και ξύλινο σταυρό, αγκαλιασμένο ασφυκτικά από πελώριο κλαδί πλάτανου που  προσκυνούσε ευλαβικά μέχρι το χώμα. Η κοίτη του νερού έγλειφε τη μια του μεριά και πότιζε δυο θεριεμένες πικροδάφνες, μπόλικες φτέρες κι άγρια κυκλάμινα. Έργο ανθρώπων;… έργο ξωτικών;… το πνεύμα του βουνού;… Μια φορά εγώ απόμεινα μετέωτη ανάμεσα σε όνειρο και αλήθεια να το χαζεύω μέχρι που έσπρωξα το πορτάκι και μπήκα στο βαθύ του ίσκιο. Συμπυκνωμένη μυρωδιά βουνού και μοναχά μια ξύλινη εικόνα βαλμένη προσεκτικά πάνω σε λαξευμένη πέτρα. Μια Παναγία. Σκέτη. Με ελαφρύ μειδίαμα πληρότητας, βλέμμα ονειροπόλο και μια απροσδόκητη έκφραση τσαχπινιάς… Κοιταχτήκαμε ώρα πολλή, παλεύοντας να «διαβάσει» η μία την άλλη. Εγώ δεν τα κατάφερα, για κείνη δεν έμαθα ποτέ. Ωστόσο, σπρωγμένη από έντονη παρόρμηση της στιγμής, τη φίλησαι σταυρωτά και βγήκα να κάτσω δίπλα στο ποτάμι, ακουμπισμένη στον πέτρινο τοίχο.

       Έβαλα τα πόδια στο κρύο νερό, χάϊδεψα ασυναίσθητα τις φτέρες κι αφέθηκα στη μαγική συναυλία με πρώτα βιολιά τα τριζόνια, που εκείνη την ώρα έκαναν το σόλο τους, συνοδεία πνευστών από βατράχια, άρπας από κοτσύφια και σε ρόλο κοντραμπάσο τον υπόκωφο, βαθύ ήχο του νερού…  Που και που ένα ελαφρύ αεράκι, καθώς έτριζε τα φύλλα των πλατανιών, πρόσθετε αρμονικές τρίλιες ως έξτρα μουσικό εφέ… Κι εκεί, με τα μάτια κλειστά στη μέση της συναυλίας έκανα τα βαφτίσια. Αυτήν τη μοναχική Παναγιά του βουνού, τη φτιαγμένη από τα αέρινα ξωτικά του, με το ονειροπόλο βλέμμα και την περίεργη τσαχπινιά, εγώ θα την λέω «Οικολογούσα». Μπορεί αν το παίδευα να της έβρισκα ένα όνομα πιο ταιριαστό στην ποιητική της φύση, όμως αυτό μου ήρθε αυθόρμητα, μου φάνηκε παιχνιδιάρικο σαν την έκφρασή της και το κράτησα. Και όχι μόνο… έψαξα  γύρω και βρήκα μια μυτερή πετρούλα και το χάραξα πάνω στην πέτρινη πλευρά της: «Παναγιά Οικολογούσα…» Αν περπατήσεις στο βουνό μου θα την βρεις.

       Το χάραγμα μου πήρε ώρα, σκληρή η πέτρα πάνω στην πέτρα… μα η συντροφιά των ζωντανών δεν μ’ εγκατέλειψε στιγμή, μόνο για λίγο κόπασε το τραγούδι, σαν να στάθηκαν απορημένα να αφουγκραστούν τί κάνει μια τρελή στα λημέρια τους . Κι όταν κατάλαβαν, συνέχισαν απτόητα από κει που είχαν μείνει με νέο ρεπερτόριο. Όλη τούτη την ώρα, απ’ τη μια δούλευαν τα χέρια, απ’ την άλλη το μυαλό. Που αφού ξαπόστασε για τα καλά κι έκανε γενναίο σέρβις αδειάζοντας τη σαβούρα, πήρε  μπρος με νέα ορμή κι άντε να το κρατήσεις…  Τα πήρε σβάρνα όλα και.. ό,τι θυμόταν, χαιρόταν! Στο πρώτο που στάθηκε μοιραία, ένεκα αφορμής, ήταν οι εκκλησιές οι «περίλαμπρες» της Παναγιάς και αδύνατον να αποφύγει τους συνειρμούς. Έφερε μπροστά του τη χλιδή των παλατιών, τους χρυσούς θησαυρούς, τις βαρύτιμες εικόνες, τα πανάκριβα στολίδια και τα απόθεσε νοερά δίπλα στην πέτρα, τη λάσπη και την ξύλινη εικόνα. Αναθυμήθηκε την οχλοβοή των προσκυνητών, τα ακριβά τάματα, τα φανταχτερά πανηγύρια, τους φορτωμένους πάγκους και ξανακοίταξε τούτη την   Παναγιά- ερημίτισα ανάμεσα στα πλατάνια. Άκουσε σαν σε όνειρο τις φωνές του όχλου, τις ψαλμωδίες των μεγαφώνων, τις μεταδόσεις των μικροφώνων, τις κραυγές των εμπόρων και από δίπλα αφουγκράστηκε τη γαλήνη του δάσους.
 
       Έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες το μυαλό να διακρίνει μέσα στις «περίλαμπρες» Παναγιές τον πνευματικό ναό. Αγωνίστηκε φιλότιμα να παραμερίσει την απατηλή λάμψη για να ανακαλύψει την κατάνυξη, την περισυλλογή, την αναζήτηση του νου, την παρηγοριά της ψυχής… Όμως η σαρωτική λάμψη, έχοντας διαποτίσει τα πάντα, δεν έκανε βήμα πίσω! Επέμενε ανυποχώρητα να προτάσσει την εκθαμβωτική της ύλη, κρατώντας πεισματικά το πνεύμα καταχωνιασμένο σε σκοτεινή γωνιά, απρόσιτο στο πλήθος. Που τυφλωμένο από ανταύγειες κι αλλότρια κηρύγματα, έψαχνε τον λάθος δρόμο ανάμεσα σε χρυσά μανουάλια κι άμφια, αγοραία παζάρια, μαγνητοσκοπημένα πλάνα…  Ποια είναι η κατάλληλη πόζα  τώρα που προσκυνάω;  «Είμαι καλά έτσι ή να σκύψω παραπάνω; Παίρνεις το καλό προφίλ μου, φαίνομαι αρκούντως ευλαβική; Εδώ κάνε ζουμ, στο κερί!» Και μέσα σου προσεύχεσαι… να ‘ναι καλό το πλάνο… ή πετυχημένη η σέλφις…

       Το μυαλό μου στην ανεξέλεγκτη διαδρομή του ακολούθησε το πλήθος. Είδε τη μαυροφόρα με το χαραγμένο πρόσωπο να σκουπίζει ένα δάκρυ σιωπηλά κάτω από τη βαρύτιμη εικόνα. Άκουσε τη βουβή προσευχή ενός φοιτητή από μακρινή γωνιά. Είδε το ικετευτικό βλέμμα μιας μάνας και το γεμάτο ελπίδα ενός ψαρά… Είδε κι άλλα… Την πίστη να αγοράζεται και να πουλιέται έναντι φτηνού ή ακριβού αντιτίμου σε ένα παζάρι ανίερο. Με τους «πωλητές» από θέση ισχύος ως έχοντες το χρίσμα και τη διαχείριση της πίστης και του φόβου, αλλά συνάμα  με προσφορές δελεαστικές κατά περίπτωση ή κατά άγιο… Και τους «αγοραστές», σταθερά ευνουχισμένους, πρόθυμους πάντα να επενδύσουν σε «λίγη πίστη ακόμα» ως ένδυμα φτηνό σε τιμή ευκαιρίας με στόχο το επουράνιο έπαθλο. Ερήμην πάντα μιας ψυχής και ενός πνεύματος ορφανεμένων…

       Με το που χάραξα το τελευταίο «Α» της κατάληξης, το μυαλό συμμαζεύτηκε, έκοψε το παραλήρημα και επανήλθε στη ζώσα πραγματικότητα του βουνού και της πέτρινης εκκλησιάς. Έκανα δυο βήματα πίσω να δω πώς φαίνεται η γραφή μου. Λίγο πρωτόγονη, λίγο άτσαλη, αλλά καμάρωσα Ένα ζευγάρι κοτσύφια που είχαν κατέβει στο πιο κοντινό κλαδί της πικροδάφνης την κοιτούσαν περίεργα και όταν τα ρώτησα «πώς σας φαίνεται;» δεν μου απάντησαν, μόνο άφησαν μια μελωδική τρίλια… και κάποια στιγμή μου φάνηκε ότι το προστατευτικό κλαδί του πλάτανου- προσκυνητή, έσκυψε λίγο παραπάνω για να δει καλύτερα και να διαβάσει… Έπλυνα χέρια και πρόσωπο στο ποτάμι και μπήκα ξανά στο ξωκλήσι για την απαραίτητη ενημέρωση και τον αποχαιρετισμό.
 
       «Δεν ξέρω καλή μου αν σου αρέσει το όνομα που σου διάλεξα, όμως ήταν αυθόρμητο και για μένα σημαίνει κάτι σημαντικό…  Εύχομαι καλορίζικο και ελπίζω να μη μου θυμώσεις για την αυθαιρεσία. Νομίζω όμως ότι οι φίλοι σου στο δάσος δεν έχουν αντίρρηση… θα το καταλάβαινα… Πριν σ’ αποχαιρετήσω «Παναγιά μου Οικολογούσα» - καλό δεν ακούγεται, τί λες;-  θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Θα μου πεις σιγά το πρωτότυπο! Λες κι ακούς τίποτα άλλο από αιτήματα χάρης! Δεν έχεις άδικο, σε πρήξαμε είναι αλήθεια. Αλλά να.. γαλήνεψα τόσο πολύ εδώ κοντά σου,  έγειαναν θαρρείς όλες μου οι πληγές… κι ήταν πολλές… ΑΥΤΟ το ΘΑΥΜΑ, το δώρο το ακριβό… θα μπορούσες άραγε να το χαρίσεις απλόχερα; Να στείλεις την ιαματική αύρα του βουνού σου μέχρι κάτω στον κάμπο να αγγίξει τους ορφανεμένους; Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο, εγώ μια φορά το ένοιωσα κι έτσι μου ‘ρθε το σημαδιακό σου όνομα. Πάντως… να ξέρεις, σ’ ευχαριστώ! Σου χρωστάω πολλά…»
 
       Τη φίλησα, πιο ζεστά τούτη τη φορά, η οικειότητα είχε κερδηθεί εκατέρωθεν και φεύγοντας σαν να είδα φευγαλέα να μου κλείνει τσαχπίνικα το μάτι.. ΛΕΣ; Έξω στο κλαδί ένα σκιουράκι προσευχόταν με κατάνυξη, ενώ η συναυλία --ψαλμωδία  συνεχιζόταν πανηγυρικά, σχεδόν δοξαστικά, την ώρα που κατηφόριζα γιατρεμένη το ρέμα και ο δύων Ήλιος έσκυβε να προσκυνήσει…

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Π. Στασινοπούλου
Π. Στασινοπούλου
Όταν η κοινωνική ή πολιτική επικαιρότητα ερεθίζουν τον εγκέφαλο στα «κόκκινα»… όταν ο Άνθρωπος και τα πάθη του έρχονται στο προσκήνιο… όταν ένα βίωμα έχει ευρύτερη κοινωνική αναφορά… το χέρι πάει μόνο του στο πληκτρολόγιο. Και καταγράφει σκέψεις/ συναισθήματα εν θερμώ ή εν ψυχρώ, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να τα επικοινωνούμε… που μπορεί να επεκταθεί και στο kal.stassinopoulou@gmail.com

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
Δήμητρα Γαλάνη: Ουδέποτε κάλεσα τη δημοτική αστυνομία να παρέμβει σε συσσίτιο στον Κεραμεικό
Δήμητρα Γαλάνη: Ουδέποτε κάλεσα τη δημοτική αστυνομία να παρέμβει σε συσσίτιο στον Κεραμεικό
με 0 Σχόλια 444 Views

 Απάντηση στην καταγγελία του Κωνσταντίνου Πολυχρονόπουλου, δημιουργού της Κοινωνικής Κουζίνας «Ο Άλλος Άνθρωπος», ότι πραγματοποιήθηκε επέμβαση της αστυνομίας την ώρα που μοίραζε συσσίτιο σε αστέγους δίνει η τραγουδίστρια Δήμητρα Γαλάνη


Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή