«Ο άγγελος της γιορτής…». Από την Πίτσα Στασινοπούλου.

258 Views
«Ο άγγελος της γιορτής…». Από την Πίτσα Στασινοπούλου. «Ο άγγελος της γιορτής…». Από την Πίτσα Στασινοπούλου.

 «Ο άγγελος της γιορτής…». Από την Πίτσα Στασινοπούλου. 

Κόλλησα το χρυσόχαρτο πάνω στο στεφανάκι, έραψα και τρία χρυσά αστεράκια στο μπούστο, διόρθωσα τις πιέτες, στερέωσα προσεκτικά τα ασημί φτερά και έμεινα να καμαρώνω. Δεν έλειπε τίποτα από το αγγελάκι μου. Γυάλισα τα λευκά παπουτσάκια, κόλλησα κι εκεί από ένα αστεράκι και ήσυχη έπεσα για ύπνο. Αύριο θα ξυπνούσαμε νωρίς, η δασκάλα είπε να είμαστε τουλάχιστον μία ώρα πριν την παράσταση εκεί. Το πρωί η μικρή Μάρθα σηκώθηκε με το πρώτο «ξύπνα καλή μου», έτριψε τα μάτια κι έτρεξε ανυπόμονα στο σαλόνι. «Αχ μαμά, τι όμορφη που την έκανες! Μπράβο σου!» Το πρωινό δεν κατέβαινε με τίποτα, ένα γάλα με το ζόρι, είχε μου είπε μεγάλη αγωνία, το στομάχι της γεμάτο πεταλούδες…

Στη μεγάλη «αίθουσα εκδηλώσεων» του σχολείου, αληθινό πανδαιμόνιο! Παιδικές φωνές, οδηγίες, μουσικές, χρυσόχαρτα να θροίζουν από παντού, στολές να αλλάζουν χέρια, ένας Αγιοβασίλης να ψάχνει αγωνιωδώς το σάκο του, δοκιμές στα μικρόφωνα, ένα ολοστόλιστο δένδρο να κοιτά κατάπληκτο, γιρλάντες, φωτάκια, αστέρια και στο βάθος της σκηνής η φάτνη με τα όλα της… Τα παιδιά ντύθηκαν τις στολές τους, η Μαρθούλα μου ένα άψογο, κάτασπρο αγγελάκι και η δασκάλα ζήτησε από τους γονείς να καθίσουμε γιατί «σε 10 λεπτά η παράσταση αρχίζει»!
Έσβησαν τα φώτα. Ο προβολέας φώτισε διακριτικά τη σκηνή με τη φάτνη, ακούστηκε γλυκιά ψαλμωδία και τα παιδιά μπήκαν δειλά στο υποβλητικό σκηνικό. Αναπαριστώντας την αυθεντική χριστουγεννιάτικη ιστορία, υποδυόμενα με έκδηλη χαρά  τους διαχρονικούς ήρωές της… Με λόγια αμήχανα σε παιδικά χείλη αλλά τόσο άδολα και τρυφερά ειπωμένα, τόσο ανεπιτήδευτα κι αθώα… Κάποια στιγμή η «Μαρία» ξέχασε τα λόγια της και κοίταξε με απόγνωση τον «Ιωσήφ» για βοήθεια κι αυτός με τρόμο την φύλακα-φρουρό δασκάλα παραδίπλα, τον από μηχανής θεό. Κι όταν η κούκλα- «θείο βρέφος» κούρνιασε στην αγκαλιά της «Μαρίας», το προσωπάκι της φωτίστηκε πιο πολύ και από προβολέα και το φως έφτασε μέχρι τα πίσω καθίσματα. Ο Στέλιος, γειτονάκι μας, που έπαιζε το βοσκό, απορροφήθηκε τόσο χαϊδεύοντας ένα μαλλιαρό προβατάκι, που ξεχάστηκε κι ο Πέτρος δίπλα του, ο άλλος βοσκός, τον τραβούσε επίμονα από το μανίκι για να πει τα λόγια του… «ε, τι τραβάς! Αχ, πόσο απαλό είναι!» και ετοιμόλογος πάντα και «μεγάλη μάρκα», αμέσως: «Ε, ναι κι ο Χριστούλης είναι απαλός!», προφανώς… εκτός κειμένου σε έξαρση αυτοσχεδιασμού, σκορπώντας αυθόρμητο, τρυφερό γέλιο… Αλλά κι ο Βασίλης – μάγος, πάνω στο προσκύνημα, του έπεσε η κορώνα πάνω στο μαλλιαρό προβατάκι – φετίχ του Στέλιου και την… τραγωδία έσωσε ο «Ιωσήφ» με ένα «ε, πρόσεχε, θα μας ρημάξεις τα πρόβατα!», μετατρέποντάς την ευφυώς σε… κωμωδία!

Και η μουσική γλύκαινε τις αισθήσεις, τα παιδικά πρόσωπα και λόγια τρυπούσαν τις καρδιές, διαπερνούσαν τείχη σκληρά και απροσπέλαστα, γκρέμιζαν φράγματα κι έστηναν γέφυρες, θόλωναν μάτια με την πιο αγνή συγκίνηση του κόσμου. Όταν βγήκαν τα αγγελάκια κι είδα τη μικρή μου Μάρθα ανάμεσά τους, τόσο λευκή, τόσο αθώα και τόσο αγγελική μέσα στη σαστιμάρα της, αγωνίστηκα φιλότιμα να κρατήσω το δάκρυ που από ώρα πάλευε να ελευθερωθεί, αλλά δεν τα κατάφερα… Πέταξα με τα ασημί μου φτερά, εκεί δίπλα της, πάνω στη σκηνή των παιδιών, ανάμεσά τους, τραγουδώντας φάλτσα «ωσσανά»… Φορώντας το λευκό μου τούλινο φουστάνι, τα αστερένια μου παπούτσια, τις κομμένες μου κοτσίδες με ένα χρυσό στεφάνι. Με μάτια έκπληκτα 8 χρόνων ζωής, με πεταλούδες στο στομάχι, με άγουρο κορμάκι και απορίες για ένα ολόκληρο σύμπαν… Που έχανα τα λόγια μου, κρυβόμουν σε όνειρα, χωνόμουν σε αγκαλιές, ταξίδευα με σύννεφα λευκά και πουπουλένια. Παρέα με παιδικούς αγγέλους να τραγουδώ σε θεϊκά γενέθλια…
Και εκεί πάνω, βλέπω τη Μάρθα μου ξαφνικά να μπερδεύεται σε ένα καλώδιο που δεν πρόσεξε και να πέφτει στη σκηνή. Ένα «ααααα!» από κάτω, μια στιγμιαία σαστιμάρα των παιδιών, η δασκάλα – από μηχανής θεός αμέσως στη σκηνή να τη σηκώνει, να της στρώνει τα φτερά με ένα φιλί, δίπλα η Λίζα η φίλη της να της χαϊδεύει το μπράτσο και κάτι να της λέει… «όχι, δε χτύπησε» το μήνυμα, ένα ενθαρρυντικό χειροκρότημα, η παράσταση συνεχίζεται, μα η Μάρθα κλαίει… Εγώ από κάτω, λιώνω… Μα πώς δεν την πρόλαβα; Αφού ήμουν εκεί, δίπλα της, με τα άλλα παιδιά στη σκηνή! Πώς αφαιρέθηκα τόσο και δεν της άπλωσα το χέρι να κρατηθεί; Και τώρα τραγουδά πονεμένα με μάτια κόκκινα, με λυγμό, με συννεφιά… πού πήγε το φως του αγγέλου μου;

Τελευταία υπόκλιση, ενθουσιασμός και χειροκρότημα, «μπράβο» από παντού, γέλια και χαρούμενες φωνές. Τρέχω μπροστά στη σκηνή κι η μικρή μου Μάρθα, με τσαλακωμένα τα ασημί της φτερά, λερωμένο το λευκό της φουστάνι, στραβωμένο το φωτοστέφανο και κόκκινα μάτια, πέφτει με ορμή στην αγκαλιά μου αφήνοντας τον χείμαρρο του καημού της να ξεχυθεί και να με πνίξει ολόκληρη. Κρατώ με μεγάλο κόπο την ψυχραιμία μου, της χαϊδεύω με στοργή τα μαλλιά, τραβιόμαστε σε μια απόμερη, προστατευμένη γωνιά. «Ησύχασε καλή μου! Δεν έγινε τίποτα… το πιο σπουδαίο είναι ότι δεν χτύπησες.. μήπως πονάς κάπου;» Σηκώνει τα μάτια: «Όχι, δεν κλαίω από πόνο, κλαίω από ντροπή! Δεν καταλαβαίνεις;» Φυσικά και καταλαβαίνω… « Ξέρω καρδιά μου πώς ένιωσες! Όμως δεν έφταιγες, ήταν ένα ατύχημα… θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα, δεν είδες τον Βασίλη με την κορώνα:» Κάπου εκεί ο λυγμός ηρέμησε, σκούπισε τα μάτια της στη μπλούζα μου, έκανε να χαμογελάσει με κόπο. «Εκεί όμως όλοι γέλασαν γιατί ήταν αστείο, σε μένα χειροκρότησαν γιατί… με λυπήθηκαν» και πήγε πάλι να βουρκώσει. «Μην το βλέπεις έτσι Μάρθα μου! Απλά θέλησαν να σου δώσουν θάρρος να συνεχίσεις. Δεν έχει σημασία που έπεσες, όλοι πέφτουμε, το σημαντικό είναι που σηκώθηκες και συνέχισες και αυτό χειροκρότησε ο κόσμος. Το σήκωμα! Που δεν τα παράτησες! Το θάρρος σου, που ήταν πιο δυνατό από τον πόνο ή την ντροπή σου και αυτό άξιζε το μεγαλύτερο μπράβο!» Η συννεφιά στα μάτια υποχωρεί, το φως αχνοφαίνεται δειλά, ακούω τους χτύπους της καρδιάς της να ηρεμούν. «Λες μαμά;» με απεγνωσμένη παράκληση σε όλες τις δυνάμεις του σύμπαντος για συγκατάβαση! «Αμφιβάλλεις καλή μου; Άλλωστε ποιος μπορεί να… λυπηθεί έναν Άγγελο; Ακόμη κι αν είναι… έκπτωτος!» «Πώς το είπες αυτό;» με όλη τη μαγική απορία των 8 χρόνων. «Εννοώ αυτόν που έπεσε… Γιατί υπάρχουν και ΤΕΤΟΙΟΙ άγγελοι, άγγελέ μου! Όταν μεγαλώσεις θα σου μιλήσω γι αυτούς…» Έξω στο δρόμο ηχούν από παντού κάλαντα, ένας Αγιοβασίλης ψεύτικος παίζει σαξόφωνο και κουνιέται αστεία, η Μάρθα γελά… "Μαμά πείνασα, θα μου πάρεις ένα κρουασάν";

Φωτογραφικό υλικό





Με ετικέτα: Πίτσα Στασινοπούλου

Αρθρογραφος

Π. Στασινοπούλου
Π. Στασινοπούλου
Όταν η κοινωνική ή πολιτική επικαιρότητα ερεθίζουν τον εγκέφαλο στα «κόκκινα»… όταν ο Άνθρωπος και τα πάθη του έρχονται στο προσκήνιο… όταν ένα βίωμα έχει ευρύτερη κοινωνική αναφορά… το χέρι πάει μόνο του στο πληκτρολόγιο. Και καταγράφει σκέψεις/ συναισθήματα εν θερμώ ή εν ψυχρώ, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να τα επικοινωνούμε… που μπορεί να επεκταθεί και στο kal.stassinopoulou@gmail.com

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή