Η δικιά μου Παναγιά η Θαλασσινή… Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου.

548 Views
Η δικιά μου Παναγιά η Θαλασσινή… Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου. Η δικιά μου Παναγιά η Θαλασσινή… Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου.

Η δικιά μου Παναγιά η Θαλασσινή…

Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου. 

      Ήταν πριν χρόνια στο νησί. Η ακμαιότατη γιαγιά Αναστασία –Χατζούδα για το χωριό, ένεκα το προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα - ζούσε ακόμη. Στα 78  θαυμαστά της χρόνια, το «διαόλου κάλτσα» που τη συνόδευε στο βίο της, κρατούσε σθεναρά, όσο κι η αξιοθαύμαστη υγεία της, «να ‘ναι καλά τα λουτρά!» Το σπιτάκι της δίπλα στο μώλο που κάθε Αύγουστο γινόταν η αγαπημένη οικογενειακή μας φωλιά, φαντάζει ακόμη στη μνήμη μου σαν βγαλμένο από παραμύθι. Κάτασπρο ασβεστωμένο με πράσινα παντζούρια, ροζ κεραμίδια, αυλίτσα με χτιστό φούρνο, ξύλινο τραπέζι με βασιλικό και ψάθινες καρέκλες κάτω από κληματαριά φορτωμένη τσαμπιά, παραδίπλα μια συκιά πελώρια και για φράχτη τριγύρω ξερολιθιά και φυτεμένα ζίννιες και μανουσάκια. Κι από πίσω ο μπαχτσές και τα μυρωδικά… Και πιο πίσω τα πλατάνια με το ρέμα… Κι από μπροστά η θάλασσα-κρύσταλλο κι η βάρκα του παππού στο μώλο… Δεκατρία μετρημένα βήματα από την αυλόπορτα…
Την ακούω να μπαίνει φουριόζα και να τα βάζει με τη μάνα μου:
-        Ντροπής πράματα βρε κόρη μου! Σφουγγάρισμα τέτοια ώρα! Καλά, την καμπάνα δεν την άκουσες; Ντροπή! Της Παναγιάς ξημερώνει αύριο! Φτάνει η πάστρα!
-        Άσε με βρε μάνα… Πού να προλάβω με τόσες δουλειές, έχουμε αύριο και το τραπέζι. Μη σκας, θα της εξηγήσω εγώ της Παναγιάς και θα καταλάβει!
-        Πα, πα, πα, πα!!!! Σα δε ντρέπεσαι να κάνεις χωρατά με την Παναγιά, να σ’ ακούει κι η εγγόνα μου… Παράτα τα τώρα, το σπιτάκι μου είναι μια χαρά και το τραπέζι θα το κάνουμε στην αυλή. Άκουσες;
      Κι όταν η γιαγιά τόνιζε απειλητικά το «άκουσες;»… πάσα αρχή παυσάτω! Μου ‘ κλεισε το μάτι να βγούμε στην αυλή και αράδιασε στο τραπέζι ένα πανέρι με τα λατρεμένα μου σύκα. Τα πρώτα της συκιάς της, τα μαυρομάτικα με τ’ όνομα, που όμοιά τους δεν έχω ματαφάει! Που λες και το ‘χουν τάμα να ξεκινούν να «γίνονται», βρέξει –χιονίσει, στις 14 Αυγούστου! Ούτε 13, ούτε 15… τέτοια παραξενιά! «Πώς εξηγείται βρε γιαγιά;» «Αν νογούσαμε παιδί μου να ξηγάμε τα ανεξήγητα του θεού, θα ‘μασταν άγιοι, όχι άνθρωποι! Μη κοιτάς τώρα, που πήραμε ψηλά τον αμανέ…» κούνησε το κεφάλι και μου καθάρισε ένα σύκο. Το κατάπια λαίμαργα, έβαλα κι άλλα δυο στη τσέπη και πήγα να περπατήσω στην ακροθαλασσιά την αγαπημένη ώρα που όλα γαληνεύουν κι ο ήλιος κάνει πορφυρό μακροβούτι στη θάλασσα… «Πέρνα κι απ’ το ξωκλήσι της Θαλασσινής, μεγάλη η χάρη της αύριο, κι άναψε ένα κεράκι για τις ψυχές που βολοδέρνουν στα πέλαγα… Άντε, που αποκοπήκατε ντιπ για ντιπ η νεολαία!» μου φώναξε πριν δρασκελίσω την αυλόπορτα. «Ό,τι πεις καπετάνιο!»

      Περπάτησα κάμποσο, συντροφιά με νυσταγμένους γλάρους και μια τράτα στ’ ανοιχτά που μόλις άναψε τα φανάρια της. Από κάπου μακριά ο αγέρας έφερνε ανακατωμένα βιολιά, λαούτα, καμπάνες, λαχταριστή πανηγυριώτικη τσίκνα. Τα προεόρτια… Πήρε να σουρουπώνει κι είπα να γυρίσω να βάλω ένα χεράκι στις ετοιμασίες. Χρόνια τώρα, ο εορτάζων θείος Παναγιώτης, αδελφός της μαμάς, τιμά παραδοσιακά τη γιορτή του στο «προνομιούχο» σπίτι της γιαγιάς δίπλα στη θάλασσα, φιλεύοντάς μας κατσικάκι που η γιαγιά από την παραμονή γεμίζει με την σπέσιαλ φημισμένη της γέμιση. Κι ανήμερα, οι αρσενικοί της οικογένειας παλεύουν από αξημέρωτα με τις σούβλες, τα ούζα, τα μερακλίδικα τραγούδια, πού και πού και καμιά πετονιά, τα παιδιά πλατσουρίζουν εκεί μπροστά στο κύμα παρακαλώντας τον παππού για βαρκάδα κι ο… ευσεβής θηλυκός πληθυσμός, αφού λειτουργηθεί στο γιορτινό ξωκλήσι της Παναγιάς της Θαλασσινής, μπαίνουν όλες φουριόζες στο μαγειρειό της γιαγιάς… και «αρχηγού παρόντος», είπαμε! «Πάσχα»  με τα όλα του, στο κατακαλόκαιρο. Κάθε αυλή κι ένα σπιτικό πανηγύρι με την «Μαρία», τον «Παναγιώτη» του και το βράδυ το μεγάλο αντάμωμα στην πλατεία με όργανα και γλέντι ως το ξημέρωμα…

      Κινώντας για την επιστροφή με τη γλυκιά αίσθηση της αυριανής μέρας, θυμήθηκα την παραγγελιά της γιαγιάς. Πέντε λεπτά δρόμος ήταν το ξωκλήσι μέχρι τη μύτη του κόλπου. Ένα τόσο δα εκκλησάκι, πολύ παλιό, χτισμένο… μου είχε πει ο θείος, αλλά τώρα δεν το θυμούμαι. Στον αυλόγυρο, μια παμπάλαια ξύλινη βάρκα που της έλειπε η μισή πρύμνη και δίπλα μια σκούρα άγκυρα. Στην απέναντι γωνιά, μια όμορφη βρύση στολισμένη με βότσαλα και πνιγμένη στο δυόσμο που φύτρωνε μοναχός. Το πορτάκι πάντα ξεκλείδωτο και μέσα μοσχοβολούσε πάστρα, κερί κι αλμύρα, ανακατωμένη με δυόσμο. Απέραντη ησυχία… πιο απέραντη κι από θάλασσα… Άναψα το κερί μου, ασπάστηκα την εικόνα της Παναγιάς κι απόμεινα στο μισοσκόταδο να την κοιτώ ίσια στα μελένια μάτια.
      «Χρόνια σου πολλά για αύριο»,άκουσα τη φωνή μου ψιθυριστή, «και μην ακούς τη γιαγιά! Πάντα γκρινιάζει… εσύ το ξέρεις πως δεν «αποκόπηκα», έτσι δεν είναι; Τόσες φορές τα λέμε κι έρχομαι για παρέα. Μπορούσα ποτέ να ξεχάσω τη γιορτή σου; Αλλά  να… δεν μπορώ τη πολλή βαβούρα, το μπούγιο. Απορώ πώς τ’ αντέχεις κι εσύ! Φαίνεσαι τόσο ήρεμη και καταδεκτική… Αύριο πάλι θα γίνει εδώ χαμός! Και δεν τον μπορώ… Θα ερχόμουν να σου ευχηθώ όταν θα έφευγαν όλοι και θα γαλήνευες, καλή ώρα… Αλλά δεν πειράζει, σου εύχομαι από σήμερα. Κι αύριο το σούρουπο θα ξαναπεράσω για πιο «επίσημη» επίσκεψη, να σου φέρω και δωράκι. Γιατί τώρα, το μόνο που έχω είναι ένα σύκο που μου απόμεινε…. θα στο χαρίσω όμως, γιατί τόσο νόστιμο δεν έχεις ξαναφάει! Αλλά πάλι έπιασα την πολυλογία κι έχω δουλειά, με περιμένουν να ψιλοκόψω τα συκωτάκια για τη γέμιση. Α, η γιαγιά μου παρήγγειλε να σου θυμίσω να φυλάς τις ψυχές που παλεύουν στα κύματα, αλλά αφού έτσι κι αλλιώς το κάνεις! Σε ζαλίσαμε θαρρώ, ολημερίς να σου ζητούμε κάτι…. ‘Αντε, φεύγω τώρα, άργησα… θα τα ξαναπούμε αύριο… κι ευχαριστώ για όλα! Ξέρεις εσύ…»
      Το μεσημέρι της επόμενης, η φιλόξενη αυλή της γιαγιάς, γεμάτη αγαπημένους, μουσαφίρηδες, λαχταριστούς μεζέδες, ευχές και τραγούδια, γιόρταζε πανηγυρικά την Παναγιά και τον θείο Παναγιώτη, μηχανικό στα καράβια, με θαλασσινές ιστορίες που δεν χορταίνονταν. Κάποια στιγμή η μάνα μου  λέει: «Σύρε στο μώλο να φωνάξεις τα παιδιά, έτοιμο το κατσικάκι». Μόνο που… ο μώλος έρημος, ούτε ο μεγάλος ο Παντελής κι ο μικρός ο Σταύρος του θείου, ούτε η Ελενίτσα η γειτονοπούλα, ούτε ο Μάρκος ο αδελφός μου… άφαντη κι η βάρκα του παππού… Που με μάτια γουρλωμένα τη βλέπω να ξανοίγεται με τα τέσσερα παιδιά επάνω  και άξαφνα να γέρνει… κάνω να μπήξω κραυγή μα η λαλιά  κομμένη, δεν βγαίνει! Βουτάω τρελή από αγωνία, δεν ακούω παιδικές φωνές, μόνο ένα αδύναμο «βοήθεια» με τη φωνή της Ελενίτσας και πάνω στην πάλη –πόσα λεπτά πέρασαν; - ακούω την περίπολο του λιμενικού να κατευθύνεται βολίδα στη βάρκα… Μένω μετέωρη, αποκαμωμένη, καταμεσής της θάλασσας με τα αλμυρά δάκρυα παγωμένα… Οι λιμενικοί, αφού βεβαιώθηκαν ότι τα παιδιά – που ευτυχώς ήξεραν κολύμπι - πέρα από την τρομάρα και λίγο παραπάνω νερό που ήπιαν, ήταν καλά, έσυραν τη βάρκα και μας συνόδεψαν ως την ακτή. Μόνο τα δυο μικρά, ο Σταύρος κι η Ελενίτσα έκλαιγαν τρομαγμένα, μα γρήγορα συνήλθαν. Πατώντας στη στεριά, για καλή μας τύχη, διαπίστωσα ότι μέσα στη φασαρία του γλεντιού δεν πήρε χαμπάρι κανείς… άλλωστε όλα έγιναν τόσο γρήγορα! Ηρέμησα τα παιδιά, έκανα νόημα στον «καπετάνιο»  Παντελή… «εμείς θα τα πούμε αργότερα» και μπήκαμε όλοι μαζί στην αυλή που ο χορός είχε ξεκινήσει για τα καλά…
-        Άντε βρε κοπέλα μου! ξεφύσησε η μαμά. Τί γινήκατε … σ’ έστειλα να φωνάξεις τα παιδιά κι αποξεχάστηκες κι εσύ! Αμάν πια με τη θάλασσα! Εδώ θα ‘ναι, δεν φεύγει! Το κατσικάκι κρύωσε… άντε γρήγορα, στρωθείτε. Κι έγινε λουκούμι φέτος!
-        Δεν μου λες βρε Παναγιώτη, ακούω δίπλα τη φωνή του παππού, σαν να πήρε το μάτι μου το λιμενικό κοντά στο μώλο. Είδες εσύ τίποτα ή με ζάλισε το κρασί;
-        Κι εγώ πατέρα, σαν να το είδα… φαίνεται κάνουν τη συνηθισμένη τους περιπολία.
-        Ποια περιπολία βρε καψερέ! Έχει ένα μήνα που αποσύραν το σαπιοκάϊκο και το καινούργιο το περιμένουν από Σεπτέμβρη… ξέρω τί σου λέω! Εκτός κι αν ήρθε από απέναντι, αλλά πάλι γιατί;
-        Λες να κάνουν τα μάτια μας πουλάκια απ’ το κρασί;

-        Αμ λέω και παραλέω! Δυναμίτης το άτιμο! Άντε γιε μου, στην υγειά μας! Και του χρόνου!

                                                                   ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Π. Στασινοπούλου
Π. Στασινοπούλου
Όταν η κοινωνική ή πολιτική επικαιρότητα ερεθίζουν τον εγκέφαλο στα «κόκκινα»… όταν ο Άνθρωπος και τα πάθη του έρχονται στο προσκήνιο… όταν ένα βίωμα έχει ευρύτερη κοινωνική αναφορά… το χέρι πάει μόνο του στο πληκτρολόγιο. Και καταγράφει σκέψεις/ συναισθήματα εν θερμώ ή εν ψυχρώ, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να τα επικοινωνούμε… που μπορεί να επεκταθεί και στο kal.stassinopoulou@gmail.com

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις
ΕΟΔΥ: Εδώ θα τηλεφωνήσεις αν θεωρείς ότι έχεις προσβληθεί από τον κορωνοϊό.
ΕΟΔΥ: Εδώ θα τηλεφωνήσεις αν θεωρείς ότι έχεις προσβληθεί από τον κορωνοϊό.
869 Views

 Το πρώτο βήμα για όσους θεωρούν ότι μπορεί να έχουν προσβληθεί είναι η επικοινωνία με τον ΕΟΔΥ. Το τηλέφωνο επικοινωνίας είναι το 210-5212054. Πρέπει να καλούν όσοι θεωρούν ότι μπορεί να έχουν προσβληθεί.


Περισσότερα ...

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή