HOPE ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ. Aπό τον Βασίλη Καρατζόγλου.

326 Views
HOPE ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ. Aπό τον Βασίλη Καρατζόγλου. HOPE ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ. Aπό τον Βασίλη Καρατζόγλου.

HOPE ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ.
Aπό τον Βασίλη Καρατζόγλου.
Ώρα Ελλάδος 1:44. Ημέρα Σάββατο. Σήμερα έχω ρεπό. Μετά από μια κουραστική εβδομάδα, ήρθε επιτέλους η ώρα της ξεκούρασης. Βέβαια έχω αρκετές δουλειές να κάνω, αλλά δεν πειράζει. Με λίγο σωστό προγραμματισμό, θα βρω και χρόνο για ξεκούραση. Πρώτα όμως πρέπει να βάλω τα ψώνια του σούπερ μάρκετ στο ψυγείο, γιατί αν τα αφήσω λίγο ακόμα έξω, θα γίνουν ένα ωραίο γεύμα για τον Μπούμπη, που με το φαί έχει άριστη σχέση και δεν αφήνει αμάσητο τίποτα. Μετά να ποτίσω τα λουλούδια και να τους αλλάξω χώμα, και προς το απόγευμα να πάρω τον Μπούμπη για να πάμε βόλτα στην θάλασσα. Του το έχω υποσχεθεί εδώ και δύο εβδομάδες. Εκεί ο Μπούμπη βρίσκει την χαρά του. Τρέχει πάνω κάτω στην παραλία γαβγίζοντας από χαρά που επιτέλους είναι μακριά από το σπίτι και βρίσκεται έξω στην φύση, και όταν συναντάει τους φίλους του, η χαρά του γίνεται διπλή. Ο Ρούντη, η Λίζα, ο Μπόξερ, η Λούση και ο Βολίδας, τον περιμένουν και όταν ανταμώνονται ξεσηκώνουν τον κόσμο από τα γαβγίσματα τους. Μετά τρέχουν μέχρι την παιδική χαρά και τα «αφεντικά»τους, στοιχηματίζουμε, ποιος θα φτάσει πρώτος. Ο νικητής έχει ένα παραπάνω γεύμα για εκείνη την ημέρα. Είναι η χαρά του σκύλου!
 
 Γαβ,γαβ,γαβ,γαβ,γαβ. Ο Μπούμπη διακόπτει την σκέψη μου. «Ναι, Μπούμπη ξέρω ότι σήμερα είναι για σένα η μεγάλη ημέρα. Να κάνω τις δουλειές μου και θα πάμε βόλτα, όπως σου είχα υποσχεθεί». Ώρα για δράση λοιπόν. Τα ψώνια μπήκανε στο ψυγείο, μένει να αλλάξω χώμα στα λουλούδια και να τα ποτίσω. Ο Μπούμπη με κοιτάει με ένα βλέμμα ανυπομονησίας, σαν να μου λέει: «Άντε τελείωνε. Πρέπει να πάω βόλτα, να συναντήσω και τους φίλους μου». Τελειώνω το πότισμα και παίρνω τον Μπούμπη για να πάμε την βόλτα του.
 
Φτάνουμε στην παραλία. Οι φίλοι του είναι εκεί και τον περιμένουν. Μόλις τον βλέπουν αρχίζουν τις χαρές και το γάβγισμα. Κουνάνε τις ουρές τους και γλύφει ο ένας τον άλλον. Μετά τινάζουν τα αυτιά τους και ετοιμάζονται για το τρέξιμο, και το έπαθλο, το επιπλέον γεύμα. Είναι έτοιμοι για το τρέξιμο. 1,2,3,φύγανε. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η φίλη μου η Αντωνία. Με καλεί το βράδυ στο σπίτι της για να δούμε την ελληνική βραδιά της Γιουροβίζιον. «Έλα θα περάσουμε ωραία. Τι θα κάνεις σπίτι μόνος σου; Θα παραγγείλουμε πίτσες, θα πιούμε μπύρες και κρασί και θα γελάσουμε. Έλα θα έχει χαβαλέ». Προσπαθώ να της εξηγήσω ότι βαριέμαι όλο αυτό το «πανηγυράκι»αλλά δεν δείχνει να με ακούει. Επιμένει να πάω. «Οκ», της λέω στο τέλος. «Θα έρθω αλλά δεν θα κάτσω πολύ. Να το ξέρεις. Με αφήνει αδιάφορο το συγκεκριμένο μουσικό γεγονός». Κλείνω το τηλέφωνο και ψάχνω να βρω ποιος είναι ο νικητής. Α, ναι! Είναι ο Μπούμπη. Ο ίδιος, λαχανιασμένος, δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι έχει κερδίσει. Του λέω: «Μπούμπη κέρδισες» και αρχίζει να γαβγίζει, ενώ οι φίλοι του δείχνουν να συμμερίζονται την χαρά του!
 
Ώρα Ελλάδος 18:54. Έφτασε η ώρα της επιστροφής. Ο Μπούμπη χαιρετάει τους φίλους του και μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Θα πάμε κατευθείαν στο σπίτι της φίλη μου της Αντωνίας. Όρεξη που την έχουν Σαββατιάτικα. Με έχει πιάσει η γκρίνια. Βάζω λίγη μουσική. Ο δρόμος έχει αρκετή κίνηση. Ο Μπούμπη κοιμάται του καλού καιρού. Μα, τι έχει γίνει και δεν προχωράμε; Ρωτάω τον οδηγό που βρίσκεται στο απέναντί αυτοκίνητο. «Έχουν μαζευτεί έξω από το κέντρο που θα γίνει η Γιουροβίζιον κάποιοι απλήρωτοι εργαζόμενοι, που τους χρωστάει χρήματα ο αυτός που διοργανώνει την Γιουροβίζιον. Έχει αρκετό κόσμο. Κρίμα στους εργαζόμενους που τους πέταξε στον δρόμο και μείνανε άφραγκοι και άνεργοι». Μένω για ένα λεπτό ακίνητος και σκέφτομαι σε τι χώρα ζούμε. Ο κάθε εργοδότης κάνει ότι γουστάρει και ότι του καπνίσει. Κορναρίσματα από πίσω. Ξεκινάω. Σιγά-σιγά φτάνω έξω από την διαδήλωση. Γύρω στα διακόσια άτομα με πανό και συνθήματα φωνάζουν για τα λεφτά τους, που κάποιος με το έτσι θέλω δεν θέλει να τους τα δώσει. Μια κοπέλα κρατάει μια ντουντούκα και φωνάζει ένα σύνθημα: «Χρωστάς παντού κα δεν μας δίνεις μία, μέσα θα σε χώσουμε τέρμα η κοροϊδία».
 
Υπάρχουν κάποιοι που κορνάρουν καθώς περνάνε δίπλα τους με το αμάξι, σαν να θέλουν να δηλώσουν την συμπαράσταση τους, ενώ άλλοι τους κάνουν το σήμα της νίκης. Υπάρχουν και άλλοι που απλά αδιαφορούνε και μπαίνουν στον χώρο, που σε λίγη ώρα θα εκλέξουν το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει φέτος στην Γιουροβίζιον. Παρατηρώ την σκηνή αυτή του παραλόγου, και βλέπω από τη μία άντρες και γυναίκες που το λέει η ψυχούλα τους να παλεύουν για τα δικαιώματα τους, και από την άλλη φουσκωτούς τύπους με ακουστικά στα αυτιά, γκόμενες που προσπαθούν να ισορροπήσουν στις 15 πόντες γόβες τους, 50άρες με botox αποτυχημένα, νεαρούς που ζουν την ψευδαίσθηση της ευμάρειας, και άλλους που νομίζουν ότι η έχουν πετύχει κάτι πολύ σημαντικό στην ζωή τους επειδή κατάφεραν να είναι παρών αυτή την «σπουδαία» βραδιά. Δεν μπορώ να βλέπω άλλο αυτό που γίνεται! Μπαίνω στα στενά γύρω από την διαδήλωση και ψάχνω μέρος για να παρκάρω. Ευτυχώς βρίσκω με την πρώτη. Ξυπνάω τον Μπούμπη. «Έλα Μπούμπη. Ξύπνα θα πάμε να διαδηλώσουμε».Αυτός με κοιτάει λίγο περίεργα αλλά μπαίνει αμέσως στο νόημα και αρχίζει να γαβγίζει. Άλλωστε σήμερα είναι και ο νικητής. Όπως ελπίζουν να είναι και αυτοί οι άνθρωποι που διαδηλώνουν. Πλησιάζω προς τον κόσμο που φωνάζει για τα χρωστούμενα του και ζητάω να πιάσω το πανό. Μια κοπέλα μου χαμογελάει και μου δίνει ένα φυλλάδιο, που πάνω γράφει όλη την ιστορία τους. Εδώ και 3 χρόνια αγωνίζονται αλλά η πολιτεία τους έχει γυρίσει την πλάτη.
 
Ώρα Ελλάδος 8:48. Χτυπάει το κινητό. Είναι η Αντωνία. Δεν θέλω να το σηκώσω. Θέλω να μείνω εδώ απόψε. Μαζί μ’ αυτόν τον κόσμο. Επιμένει. Το σηκώνω. Έλα ρε παιδί μου που είσαι», μου λέει αμέσως. «Έλα σε περιμένουμε. Σε λίγο ξεκινάει Η Γιουροβίζιον». «Αντωνία δεν θα έρθω»της απαντώ». «Γιατί; Τι έγινε;»με ρωτά όλο απορία. «Γιατί θέλω να κάτσω έξω από το μαγαζί που γίνεται η Γιουροβίζιον». «Τι να κάνεις εκεί ρε Βρασίδα; Έχεις χαζέψει τελείως;». «Θα μείνω μαζί με τον κόσμο που παλεύει και αγωνίζεται για το δίκιο του. Θα μείνω να φωνάξω με όλη μου την δύναμη μία φράση:«Hope εργαζόμενοι. Hope ρε γαμώτο» της απαντώ και κλείνω το τηλέφωνο. Ένα γουβββββββββββββ ακούγεται από την ντουντούκα.
Συνεχίζεται…
 
Υγ. Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όσους αγωνίζονται και δεν το βάζουν κάτω!
Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν είναι φανταστικά αλλά συμβαίνουν στην Ελλάδα του 2015.

Φωτογραφικό υλικό





Αρθρογραφος

Βασίλης Καρατζόγλου
Βασίλης Καρατζόγλου
Γεννήθηκα στο νοσοκομείο της Καρδίτσας πριν από 41 έτη και αυτό είναι αρκετό όλα αυτά τα χρόνια να ζήσω εμπειρίες και καταστάσεις που κάποια μέρα θα γίνουν ιστορίες και θα εκδοθούν από κάποιον εκδοτικό οίκο που θα εκτιμήσει τους ήρωες αυτούς. Μέχρι τότε πίνω τον μέτριο φρέντο εσπρέσο κάθε πρωί, γυμνάζομαι όσο μπορώ, ακούω Bruch Springsteen, και γράφω στην Κουλτουρόσουπα για να ξεφύγω και λίγο από την καθημερινότητα αλλά η ρημάδα πάντα μας ξεπερνάει. Νομίζω ότι κάπου μας κάνει πλάκα ο Θεός και ότι ξεκαρδίζεται στα γέλια ο άτιμοςόταν μας βλέπει να κάνουμε σχέδια και να ψάχνουμε μανιωδώς την ευτυχία. Πιστεύω στην ειρήνη και ότι μια μέρα ο κόσμος θα ζει χωρίς θανατηφόρους ιούς, πολέμους και ηλίθιους πολιτικούς. Το τελευταίο πιστεύω ότι είναι και το πιο δύσκολο…

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή