«Covid-19 stories»: Λίγα ψίχουλα αξιοπρέπειας σου γυρεύω.

5906 Views
«Covid-19 stories»: Λίγα ψίχουλα αξιοπρέπειας σου γυρεύω. «Covid-19 stories»: Λίγα ψίχουλα αξιοπρέπειας σου γυρεύω.

 

 
Κατεβαίνει τα σκαλιά της χρηματιστηριακής εταιρείας στην οποία δουλεύει εδώ και 10 χρόνια. Είναι αρκετά ευχαριστημένος από την δουλειά και την ζωή του. Τα έχει όλα. Μια καλή θέση στην εταιρεία, γυναίκες, χρήματα για να κάνει ότι γουστάρει, δυο πανάκριβα αυτοκίνητα και ένα σπίτι 140τ.μ στο Νέο Ψυχικό. Την ώρα που σκέφτεται αυτά και φουσκώνει από περηφάνια νιώθει μια παρουσία δίπλα του. Είναι ένας ζητιάνος που τον έχει πάρει από πίσω και τον παρακαλεί να του δώσει μια βοήθεια. «Σε παρακαλώ δώσε μου ένα ευρώ να πάρω κάτι να φάω. Πεινάω», του λέει με ύφος περίλυπο. Ο Γιώργος κάνει μια γκριμάτσα απέχθειας, του λέει απότομα: «Δεν έχω χρήματα πάνω μου αυτή την στιγμή. Λυπάμαι», και επιταχύνει το βήμα του. Ο ζητιάνος κουνάει το κεφάλι του και κοιτάζει τον Γιώργο καθώς απομακρύνεται.
 
 
Χτυπάει το τηλέφωνο. Eίναι ο Στέφανος. «Έλα ρε μαλάκα μόλις τελείωσα από την δουλειά  και λέω να πάω για ένα ποτό στο Κολωνάκι. Σε έπαιρνα τηλέφωνο να σε ρωτήσω αν θέλεις να έρθεις. Σήμερα το boss μου είπε να κάνω  άλλες δύο απολύσεις. Ε, ναι ρε φίλε επιμένει γιατί λέει μας τρώνε τα bonus και τώρα με τον covidείναι ευκαιρία να τους διώξουμε. Θέλει να έχουμε καλύτερο τζίρο με λιγότερο προσωπικό. Όχι ρε φίλε δεν χαλαλίζω τα λεφτά μου για κανέναν υπάλληλο. Έλα για ποτό στο Famousνα τα πούμε και από κοντά. Έχω να σου πω και για την Κέλλυ που μου το παίζει ιστορία. Θα φάει σουτ και αυτή μεγαλύτερο από του Ρονάλντο. Χαχαχαχα έτσι ρε μαλάκα. Στα αρχίδια μας ρε φίλε. Εμείς να ‘μαστε καλά».
 
 
Κοντοστέκεται δίπλα σε ένα ΑΤΜ και βγάζει την μάσκα του. «Γαμώ τον covid και τις μάσκες» μουρμουρίζει ενώ ταυτόχρονα βάζει το χέρι στην τσέπη του σακακιού του .Που είναι το πορτοφόλι του; Δεν είναι δυνατόν! Εκεί μέσα έχει χρήματα, κάρτες, ταυτότητα, δίπλωμα, ακόμα και χαρτάκια με τηλέφωνα. Έχει όλο του το Είναι. Δεν μπορεί να το έχασε. Βάζει πάλι την μάσκα και γυρίζει πίσω να δει μήπως του έπεσε πουθενά. Τζίφος. Ο ζητιάνος είναι ακόμα εκεί και ψάχνει στα σκουπίδια αλλά το πορτοφόλι του είναι άφαντο. Αρχίζει να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Κάθεται σε ένα πεζούλι και λύνει την γραβάτα του. Πετάει την μάσκα κάτω από τα νεύρα του. «Γαμώ την ατυχία μου», μουρμουρίζει.
.
Σηκώνεται να φύγει αλλά νιώθει κάποιον δίπλα του.. «Σε είδα που έκλαιγες. Μην στεναχωριέσαι. Το πορτοφόλι σου το βρήκα εγώ. Ορίστε παρ’ το.». Ο άνθρωπος που έψαχνε στα σκουπίδια και είχε ανάγκη το 1 ευρώ, του επέστρεψε το πορτοφόλι, χωρίς καν να σκεφτεί να του πάρει χρήματα ή τις κάρτες. Του φαίνεται αδιανόητο. Aνοίγει το πορτοφόλι  και του δίνει 200 ευρώ. «Παρ ’τα» του λέει, «είναι δικά σου. Σου ανήκουν. Μαζί με τα χρήματα όμως θέλω να έρθεις και στο σπίτι να σου δώσω φαγητό και ρούχα που δεν φοράω». Ο ζητιάνος δεν μιλάει παρά μόνο τον κοιτάει στα μάτια. Δεν είναι σίγουρος αν θέλει να πάει. Και δεν είναι σίγουρος αν θέλει να πάρει τα χρήματα. Όμως κάτι μέσα του τον σπρώχνει να τον ακολουθήσει. Αρχίζει να ψιχαλίζει και πρέπει να πάρει γρήγορα μια απόφαση.
 
 
Το ασανσέρ σταματάει στον έβδομο όροφο. Όλη αυτή την ώρα που είναι μαζί ο Γιώργος προσπαθεί να μάθει λεπτομέρειες για την ζωή του αλλά εκείνος δεν δείχνει να συμμερίζεται την αγωνία του. Κάτι τον έχει κερδίσει σ΄ αυτόν τον άνθρωπο αλλά δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι. Στέκονται έξω από το διαμέρισμα. Το κλειδί μπαίνει στην πόρτα, ακούγεται ένα «κλακ» και η πόρτα ανοίγει. Το διαμέρισμα είναι μεγάλο, με ακριβά έπιπλα, και μεγάλο μπαλκόνι. Κοντοστέκεται. Βγάζει τα παπούτσια του και μένει με τις τρύπιες κάλτσες. Αφήνει στον καλόγερο το παλιό του μπουφάν. Προχωράει στο σαλόνι και στέκεται πάνω από τον γκρι καναπέ.
 
«Έλα κάτσε μην στέκεσαι όρθιος. Να σου βάλω κάτι να πιεις; Θα παραγγείλουμε να φάμε σε λίγο. Θα πεινάς έτσι δεν είναι; Θα ανάψω και τον θερμοσίφωνα να κάνεις και ένα ζεστό μπάνιο» του λέει ο Γιώργος αλλά εκείνος δεν απαντάει. «Θέλω μια πορτοκαλάδα αν γίνεται», του απαντά μετά από λίγα λεπτά σιωπής. «Ωραία. Πάω στην κουζίνα να στην φέρω. Δεν θα αργήσω Θα σου φέρω και κάτι να τσιμπήσεις μέχρι να παραγγείλουμε το φαγητό».
 
Όση ώρα είναι ο Γιώργος στην κουζίνα εκείνος επεξεργάζεται τον χώρο του σπιτιού. Ξαφνικά το μάτι του κολλάει σε μια φωτογραφία απέναντι στην βιβλιοθήκη. Είναι ένας κύριος με μουστάκι και μαύρα, πυκνά, μαλλιά που χαμογελάει και στα χέρια του κρατάει ένα μωρό. «Χμμμμμμ σίγουρα θα είναι ο…..». «Δεν άργησα πολύ. Σου έφτιαξα και δύο τοστ για συνοδευτικό», του λέει ο Γιώργος και αφήνει τα τοστ και την πορτοκαλάδα στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ. «Ευχαριστώ παιδί μου», απαντάει ο ζητιάνος και δαγκώνει το τοστ και στην συνέχεια πίνει την πορτοκαλάδα.
 
 
«Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. Μα, πάνω από όλα σ΄ ευχαριστώ που μου έδωσες το πορτοφόλι μου. Ειλικρινά δεν περίμενα να το κάνεις. Κάτι με τράβηξε να σε καλέσω απόψε στο σπίτι μου. Ένιωσα σα να σε ξέρω χρόνια. Περίεργο ε;». «Το ότι είμαι ζητιάνος δεν σημαίνει ότι  έχω χάσει το ήθος και την αξιοπρέπεια μου. Άλλωστε τα χρήματα δεν δείχνουν πολλές φορές ήθος». «Όχι, προς Θεού δεν είπα αυτό. Δεν ήθελα να…».
 
Ο ζητιάνος σηκώνεται και πλησιάζει προς την βιβλιοθήκη. Πιάνει την φωτογραφία και την χαϊδεύει. «Αυτό που με ενδιαφέρει πάνω από όλα είναι να μάθω γιατί ο γιος μου που τον μεγάλωσα με ιδανικά και αξίες θέλει να απολύει κόσμο με απώτερο σκοπό το κέρδος. Μόνο το κέρδος τον νοιάζει άραγε;  Μόνο το χρήμα παίζει ρόλο στην ζωή του πια; Αυτά σου είχα μάθει από παιδί; Έτσι σε μεγάλωσα; Εγώ έσωζα ζωές στα νοσοκομεία και έδινα μάχη να βοηθήσω τους αδύναμους και εσένα το μυαλό σου είναι πως θα έχεις περισσότερα θυσιάζοντας την δουλειά συνανθρώπων σου; Περίμενα ότι η πανδημία θα ήταν ένα γερό μάθημα και ότι θα γινόσουν καλύτερος άνθρωπος. Γιατί Γιώργο; Τι σου λείπει; Έχασες το πορτοφόλι σου αλλά εγώ βλέπω ότι χάνεις και άλλα πράγματα πολύ πιο σημαντικά. Ξύπνα. Ξύπνα πριν να είναι αργά και……».
 
 
Το ξυπνητήρι δεν σταματάει να χτυπάει. Η ώρα είναι 7.45 και έπρεπε ήδη να είναι στον δρόμο για την χρηματιστηριακή εταιρεία. Είναι μούσκεμα στον ιδρώτα. Το όνειρο ήταν πολύ δυνατό. Δεν έχει κουράγιο να σηκωθεί. Θα πάρει τηλέφωνο να πει ότι είναι άρρωστος. Σηκώνεται για να πάει στο μπάνιο. Στο τραπεζάκι του σαλονιού υπάρχει ένα ποτήρι με λίγη πορτοκαλάδα και ένα μισοφαγωμένο τοστ. Παίρνει το τηλέφωνο στα χέρια του  αφού πρώτα ρίχνει μια ματιά στην φωτογραφία που είναι στην βιβλιοθήκη. «Συγνώμη πατέρα», μουρμουρίζει και τα μάτια μου βουρκώνουν. «Θα επανορθώσω. Στο υπόσχομαι».
 
Έξω ψιλοβρέχει. 

.
«Covid-19 stories» -  Κάθε 13 του μηνός στις σελίδες του Kulturosupa.gr


Φωτογραφικό υλικό






Αρθρογραφος

Βασίλης Καρατζόγλου
Βασίλης Καρατζόγλου
Γεννήθηκα στο νοσοκομείο της Καρδίτσας πριν από 41 έτη και αυτό είναι αρκετό όλα αυτά τα χρόνια να ζήσω εμπειρίες και καταστάσεις που κάποια μέρα θα γίνουν ιστορίες και θα εκδοθούν από κάποιον εκδοτικό οίκο που θα εκτιμήσει τους ήρωες αυτούς. Μέχρι τότε πίνω τον μέτριο φρέντο εσπρέσο κάθε πρωί, γυμνάζομαι όσο μπορώ, ακούω Bruch Springsteen, και γράφω στην Κουλτουρόσουπα για να ξεφύγω και λίγο από την καθημερινότητα αλλά η ρημάδα πάντα μας ξεπερνάει. Νομίζω ότι κάπου μας κάνει πλάκα ο Θεός και ότι ξεκαρδίζεται στα γέλια ο άτιμοςόταν μας βλέπει να κάνουμε σχέδια και να ψάχνουμε μανιωδώς την ευτυχία. Πιστεύω στην ειρήνη και ότι μια μέρα ο κόσμος θα ζει χωρίς θανατηφόρους ιούς, πολέμους και ηλίθιους πολιτικούς. Το τελευταίο πιστεύω ότι είναι και το πιο δύσκολο…

Γραψε το σχολιο σου

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Υπογραμμίζονται τα υποχρεωτικά πεδία *

Γραψε το σχολιο σου στο Facebook

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

τελευταιες αναρτησεις

Web Radio

ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη θεατρομανία
ΣΙΝΕΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Σινεμανία
ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΙΑ

Περισσότερη Μουσικόμανία
ΤΕΧΝΗ - ΒΙΒΛΙΟ

Περισσότερα Τέχνη Βιβλίο
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Περισσότερη Θεσσαλονίκη


Περισσότερα Της «K» το κάγκελο

Περισσότερη Παράξενη ζωή